Πρόκειται, όπως έλεγε ο Κρισναμούρτι, για δύο διαφορετικές κινήσεις που λαμβάνουν χώρα σε δύο διαφορετικούς κόσμους, δε δύο διαφορετικά πεδία ύπαρξης. Η κοσμικότητα κινείται στο χώρο του γνωστού, στα περιοριστικά πλαίσια του χώρου και το χρόνου, ενώ η πνευματικότητα εκτείνεται στον απέραντο χώρο της άχρονης αιωνιότητας. Η δράση της μιας συνεπάγεται την αδράνεια της άλλης. Έτσι, οι δύο αυτές καταστάσεις δεν συναντώνται, δεν μπορούν να συνυπάρξουν, δεν υπάρχει συμβιβασμός μεταξύ των δύο. Αυτός είναι ένας πανάρχαιος νόμος του εσωτερισμού, που συναντάται σε όλες τις παραδόσεις. Όποιος θέλει να γνωρίσει τα θεία, πρέπει να απαρνηθεί τα εγκόσμια.

Ένας πατέρας της εκκλησίας, ο αβάς Ισαάκ ο Σύρου, λέγει στους «Ασκητικούς Λόγους» του: «Δεν δύναται τις να πλησιάσει εις τον Θεόν εάν δεν απομακρυνθεί από τον κόσμο». Απομάκρυνση δε του κόσμου εννοεί όχι το να αναχωρήσει κανείς σωματικώς αλλά να απομακρυνθεί παντελώς από τα πράγματα του κόσμου. Υπάρχει λοιπόν η κατά κόσμο κατάσταση και κατά Θεό. Η κίνηση που προέρχεται από την ενέργεια της σύγκρουσης και η κίνηση από την ενέργεια της Αγάπης, όπως επεσήμανε ο Κρισναμούρτι. Υπάρχει επίσης η κατά κόσμο σοφία και κατά Θεό προερχόμενη άνωθεν γνώση. Το ίδιο ισχύει και για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την πίστη κλπ. Όλες οι πνευματικές ιδιότητες έχουν πάρει μορφή κοσμικότητας διότι έχουν διανοητικοποιηθεί. Η Αλήθεια έχει μετατραπεί σε πλάνη, έχει οργανωθεί σε θρησκείες και ο άνθρωπος λατρεύει τα είδωλα και όχι τον Θεό, διότι ο ναός είναι φύση ειδωλολατρικός. Η λέξη όμως, ή η εικόνα, δεν είναι το πράγμα, όπως έλεγε ο Κρισναμούρτι. Η λέξη «αλήθεια» δεν είναι η αλήθεια, η λέξη «αγάπη» δεν είναι αγάπη κλπ. Με αυτή την έννοια, ο νους χαρακτηρίζεται ως ο φονεύς του πραγματικού και αυτό είναι μορφή ειδωλολατρίας. Διότι λατρεύει το αληθινό στο ψεύτικό, το αιώνιο στο εφήμερο, την ιδέα στη μορφή. Έτσι μιλάμε για ειρήνη και κάνουμε πόλεμο, μιλάμε για αγάπη και μέσα μας υπάρχει κακία και μίσος. Μιλάμε για σοφία και ζούμε στην άγνοια.

Με τη σκέψη κατασκευάζουμε τα είδωλα, τις εικόνες. Δημιουργούμε ψευδαισθήσεις, οραματισμούς, αυταπάτες. Το αληθινό όμως δεν αποκαλύπτεται σε ένα νου που είναι φλύαρος, που είναι συνεχώς απασχολημένος με τα εγκόσμια, που έχει κατεβάσει με τη φαντασία του τον ουρανό στη γη. Με αποτέλεσμα να απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από το πραγματικό, από την αναζήτηση της Αλήθειας ή του Θεού, κι ας τον έχουμε συνεχώς στο στόμα μας, κι ας τον προσκυνούμε στις εκκλησίες και στις εικόνες. Το κάνουμε όμως για ιδιοτελείς σκοπούς και όχι από πραγματική λατρεία. Ο αληθώς θρησκευόμενος άνθρωπος δεν επιδεικνύεται αλλά λατρεύει τον Θεό εν κρυπτώ, χωρίς να γνωρίζει η αριστερά του τι ποιεί η δεξιά του κσι χωρίς να συγκεκριμενοποιεί κάτι που δεν συγκεκριμενοποιείται. Ο Κρισναμούρτι έλεγε: «Από τη στιγμή που λέτε ‘γνωρίζω’, ζείτε ήδη στην άγνοια, ζείτε ήδη στο ψέμα. Η Αλήθεια δεν μπορεί να αναγνωρισθεί., δεν μπορεί να διαμορφωθεί, δεν μπορεί να μπει σε λέξεις διότι είναι κάτι που δεν συλλαμβάνεται διανοητικά. Έρχεται όταν ο νους είναι τελείως σιωπηλός. Υπάρχει όταν εσύ δεν υπάρχεις, και τότε δρα. Και αυτό είναι διαλογισμός».

Έτσι, η προσκόλληση στα εγκόσμια αποτελεί άρνηση της πνευματικότητας, αποκοπή του ανθρώπου από το θείον. Και αυτό οδηγεί στην εγωκεντρική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, στην κατάσταση της κοσμικότητας. Ο κοσμικός άνθρωπος είναι ατομικιστής και δεν ενδιαφέρεται για τον πλησίον του παρά μόνο σε σχέση με τον εαυτό του. Τον χρησιμοποιεί από ανάγκη για ιδιοτελείς σκοπούς, για την προσωπική ικανοποίησή του, για το ατομικό του συμφέρον. Έτσι, έλεγε ο Κρισναμούρτι, το κίνητρο κάθε πράξης του ανθρώπου είναι η επιθυμία που μετατρέπεται σε συμφέρον. Ο άνθρωπος-επιθυμία, στην πραγματικότητα ζει μόνο για τον εαυτό του. Δεν είναι ένα ανθρώπινο ον αλλά ένα άτομο, μια μικρή εξαρτώμενη μίζερη, απογοητευμένη οντότητα, ευχαριστημένη με τους μικρούς θεούς της και τις μικρές παραδόσεις, ενώ το ανθρώπινο ον ενδιαφέρεται για την ολική ευτυχία, την ολική δυστυχία και την ολική σύγχυση του κόσμου.

Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει ο ανθρώπινος νους να απομακρυνθεί από την κοσμικότητα, να πάψει να προσκολλάται στα πράγματα του κόσμου και να στραφεί προς την πνευματικότητα. Να φύγει από το μέρος και να στραφεί προς το όλον. Μόνο τότε ο νους από ατομικός γίνεται συμπαντικός, διότι το πνεύμα αγκαλιάζει ολόκληρο το σύμπαν. Εκείνος που αφοσιώνεται αληθινά στη μελέτη της Αλήθειας, έλεγε ο Πλάτων, ούτε καιρό έχει να κατεβάσει το βλέμμα του στα συνήθη και καθημερινά έργα των ανθρώπων, και να πιάνεται με αυτούς και να δημιουργεί φθόνους και μίση γύρω του. Διότι τότε θα τον παρασύρει το ρεύμα και όπου τον φέρει, και θα συμμεριστεί αναγκαστικά τις κρίσεις των ανθρώπων περί καλού και κακού, και θα συμμορφωθεί με την καθ’ όλα διαγωγή τους και στο τέλος θα γίνει όμοιος και απαράλλακτος με όλους.

Όσο κυριαρχεί το ρεύμα της κοσμικότητας, ο κόσμος ζει κάτω από τη σκιά της κατάρας, όπως αναφέρεται σε εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης, ενώ το ρεύμα της πνευματικότητας φέρνει χαρά και ευλογία. Κυριαρχεί δε το ρεύμα της κοσμικότητας, διότι η ανώτερη υπόσταση του ανθρώπου είναι ανενεργός. Που σημαίνει ότι η ψυχή, όπως αναφέρεται στη μυθολογία, βρίσκεται σε στυγία νάρκη και περιμένει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, τον ουράνιο μνηστήρα της  να λύσει τα μάγια και να την αφυπνίσει. Και τότε να σταματήσει η περίοδος της κατάρας και να αρχίσει να διαχέεται η θεία ευλογία, η οποία, μόνο μέσω της άγιας ψυχής διοχετεύεται στον κόσμο. Όπως αναφέρει ο χρησμός, όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός θα εγείρει τον αθάνατο εαυτό από τη σκόνη και θα απλώσει πάνω από τον κόσμο τη χαρά. Γι’ αυτό και ο Κρισναμούρτι έλεγε ότι χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει γνώση της Αλήθειας, ή του  Θεού. Που σημαίνει ότι, χωρίς να γνωρίσουμε την ψυχή μας, τον αληθινό εαυτό μας, δεν μπορεί να υπάρξει χαρά και ευλογία.

Ο άνθρωπος λοιπόν ρέπει προς τα εγκόσμια διότι το αθάνατο στοιχείο μέσα στου είναι ανενεργό και αυτό ισοδυναμεί με ηθικό θάνατο. Εξ ου και ο Πλάτων έλεγε ότι ο άνθρωπος ανήθικο βίο διάγει. Κύριο δε χαρακτηριστικό αυτού του βίου είναι η απληστία, που προέρχεται από την ακόρεστη επιθυμία να θέλει να αποκτά όλο και περισσότερα στο υλικό πεδίο, να θέλει να γίνει κάτι ψυχολογικά. Και αυτό το περισσότερο είναι, κατά τον Κρισναμούρτι, η κατάρα του. Όλη την ώρα υπάρχει αυτή η κίνησή του, να θέλει κανείς να γίνει κάτι τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Και παρότι το συνεχές αυτό γίγνεσθαι φέρνει πολύ πόνο, όπως και μερικές φορές ευχαρίστηση, αυτή η επιθυμία του να γίνει κάτι, να ολοκληρωθεί, να επιτύχει κάτι ψυχολογικά, έχε φέρει τη ζωή εκεί που βρίσκεται. Παρόλο λοιπόν που το συνειδητοποιεί αυτό, δεν μπορεί να το σταματήσει. Και δεν μπορεί διότι, όπως είπαμε, το πνευματικό στοιχεί μέσα του βρίσκεται εν ύπνω και δεσπόζει στη ζωή του η θέληση της προσωπικότητας και η παρορμητικότητα των κατώτερων σωμάτων του. Γι’ αυτό, κύριο μέλημα και επιδίωξη του ανθρώπου, αν θέλει να εξέλθει από αυτό το αδιέξοδο, θα πρέπει, κατά τον Κρισναμούρτι, να είναι η αφύπνιση της νοημοσύνης. Διότι μόνο αυτή θα μπορέσει να βάλει φρένο και να σταματήσει τις ορέξεις και τις επιδιώξεις της υλικής υποστάσεώς του. Διαφορετικά θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στην καταστροφή.

Οι πολιτικοί ηγέτες και όλοι όσοι τους ακολουθούν, κινούμε αποκλειστικά στο χώρο της κοσμικότητας. Είναι άλλωστε κάτι που δεν το αρνούνται. Γι’ αυτούς η πνευματικότητα είναι σαν να μην υπάρχει, ένα παραμελημένο είδος. Υπηρετούν πιστά τον άρχοντα του κόσμου. Αλλά και οι λεγόμενοι πνευματικοί ηγέτες, είτε ανήκουν στο χώρο των γραμμάτων είτε της εκκλησίας, προσπαθούν να συμβιβάσουν τις δύο καταστάσεις με αποτέλεσμα να είναι κατ’ επίφαση πνευματικοί και κατ’ επίφαση θρησκευόμενοι. Υπηρετούν και αυτοί το κοινωνικό κατεστημένο και ας μην το ομολογούν. Ακόμη και η θρησκεία είναι οργανωμένη να αποτελέσει μέρος της πολιτείας, μέρος του κράτους, έλεγε ο Κρισναμούρτι. Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα μεγάλο πνεύμα επί της γης, στρέφεται κατά του κοινωνικού κατεστημένου που το χαρακτηρίζει ανήθικο και, κυρίως, εναντίον εκείνων που στηρίζουν το σαθρό αυτό οικοδόμημα. Δηλαδή κατά των ισχυρών του κόσμου και κυρίως κατά των ψευτοδιδασκάλων που παραπλανούν και αποπροσανατολίζουν τον κόσμο φορώντας το ένδυμα του πνευματικού ανθρώπου. Τους κατηγορεί ως υποκριτές που σφετερίζονται και οικειοποιούνται την πνευματικότητα, εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι του Θεού για ιδιοτελείς σκοπούς, και στην ουσία κοσμικοποιούν την πνευματική ιδιότητα.

Το σύνολο των δραστηριοτήτων του περιοριστικού ανθρώπινου νου είναι συνυφασμένο με τα εγκόσμια, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται κανείς, εν αντιθέσει με την ψυχή, της οποίας όλες οι κινήσεις στρέφονται προς την πνευματικότητα, προς τα συγγενή δηλαδή με αυτήν πράγματα. Επειδή όμως η ψυχή είναι πολωμένη, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο άνθρωπος έχει επιλέξει την κοσμικότητα ως το μόνο τρόπο ζωής. Έτσι η ανθρωπότητα, εδώ και αναρίθμητους αιώνες, έχει πάρει, όπως έλεγε ο Κρισναμούρτι, λάθος στροφή. Ακολουθεί ένα ολισθηρό κατηφορικό δρόμο που κανείς δεν ξέρει πού θα την οδηγήσει. Η ιστορία, πάντως, διδάσκει ότι ένας τέτοιος κατήφορος οδηγεί πάντοτε σε ακραίες και πολύ καταστροφικές καταστάσεις. Έχουμε πολλά τέτοια συγκεκριμένα παραδείγματα πολύ μεγάλων και κατακλυσμιαίων καταστροφών. Στις περιόδους αυτές, όπως έλεγε ο Οβίδιος, η ανθρωπότητα βρίσκεται στον αιώνα του σκληρού σιδήρου, που έχει πάρει το όνομά του από το ευτελέστερο και μικροπρεπέστερο επίπεδο που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Κατά τις περιόδους αυτές ξεσπάει κάθε είδους έγκλημα. Η σεμνότητα, η αλήθεια και η αφοσίωση εξαφανίζονται Δολιότητα και απάτη έχουν πάρει τη θέση τους, προδοσία, βία και εγκληματική απληστία. Ο πόλεμος κάνει την εμφάνισή του. Οι άνθρωποι ζουν με ό,τι μπορούν να λεηλατήσουν, ο φίλος δεν είναι ασφαλής από τον φίλο του, ούτε ο πεθερός από τον γαμπρό του. Σύζυγοι περιμένουν διακαώς το θάνατο των γυναικών τους και οι γυναίκες τους για εκείνον των ανδρών τους. Τέκνα να περιεργάζονται τα ωροσκόπια των πατέρων τους ανυπομονώντας πότε θα πεθάνουν. Κάθε είδος στοργής εξαφανίζεται και η τελευταία από τους αθάνατους, η παρθένος Δικαιοσύνη εγκαταλείπει την αιματοβαμμένη γη.

Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται υπερβολικά και ότι αναφέρονται σε μια παλαιά εποχή. Κάθε άλλο όμως παρά αυτό συμβαίνει. Οι σοφοί του κόσμου μας λένε ότι το σιδηρούν γένος ελλοχεύει στο εσωτερικό του ανθρώπου, και ότι όλα τα προαναφερθέντα αποτρόπαια χαρακτηριστικά είναι ριζωμένα στο ασυνείδητο τμήμα της ψυχής μας, με κίνδυνο να εκδηλωθούν στο συνειδητό νου και να γίνουν πράξη. Κάτι που δυστυχώς βλέπουμε να συμβαίνει επί των ημερών μας σε ολοένα μεγαλύτερη έκταση. Δεν τα λέμε όλα αυτά για να κινδυνολογήσουμε, αλλά για να επισημάνουμε τον επαπειλούμενο κίνδυνο. Για να τονίσουμε την άμεση αναγκαιότητα να στραφεί ο άνθρωπος προς την πνευματικότητα, σαν τη μόνη αντίρροπη δύναμη που μπορεί να αναχαιτίσει μια τέτοια εξέλιξη, και να πάψει να εμμένει στην κοσμικότητα. Και τούτο διότι η προσκόλληση στην κοσμικότητα έχει σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση και την αποκοπή του ανθρώπου από τις πνευματικές του ρίζες, από τη θεία καταγωγή του. Κοιτάζουμε πώς αποκτηνώνεται ο άνθρωπος όλο και περισσότερο, και αυτό είναι άκρως ανησυχητικό. Παραδίδεται στα πρωτόγονα ένστικτά του, στη βία, την ευδαιμονία της χλιδής και του πλούτου και χρησιμοποιεί τα σύγχρονα μέσα για να ικανοποιήσει τις κτηνώδεις ορέξεις του.

Η πνευματικότητα είναι μια τελείως διαφορετική κίνηση, έλεγε ο Κρισναμούρτι, και η κίνηση αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ακόμη και από τον πιο μορφωμένο δάσκαλο αν ο ίδιος δεν αποτελεί μέρος αυτής της συνολικής κίνησης της ζωής. Εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας λαθεμένα, που σημαίνει πως το μόνο που μας απασχολεί είναι να τους δώσουμε μια τεχνολογική κατάρτιση. Έτσι, όλη η κοινωνική δομή είναι θεμελιωμένη στο πνεύμα της κοσμικότητας. Δεν μας ενδιαφέρει καθόλου ο άνθρωπος αλλά η διατήρηση του κοινωνικού αυτού κατεστημένου. Προς την κατεύθυνση αυτή εργάζονται όλες οι κοινωνικές τάξεις, ανεξαρτήτως του ονόματός τους. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η οικονομική και βιομηχανική πρόοδος και μέσω αυτής, η ατομική μας ευημερία. Τι σημαίνει όμως αυτό; Δεν σημαίνει πλήρης άρνηση της πνευματικότητας; Δεν σημαίνει ότι τα δίνουμε όλα στον Καίσαρα και τίποτα στον Θεό, καθ’ ην στιγμή τα πάντα ανήκουν στον Θεό; Δεν σημαίνει ότι σπαταλάμε όλη την ενέργειά μας για την απόκτηση υλικών αγαθών; Όλοι ενδιαφέρονται για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου, κανένας όμως δεν αναζητά τον πνευματικό πλούτο.

Κάθε γνήσιος πνευματικός άνθρωπος αισθάνεται την υποχρέωση να πάρει μια θέση στο καίριο και πελώριο αυτό θέμα. Και η θέση αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που εκφράζει και διατυπώνει ο Κρισναμούρτι. Ότι η απλή εκβιομηχάνιση δεν είναι μια λύση για το ανθρώπινο πρόβλημά μας, με τις συγκρούσεις και τις θλίψεις του. Η τεχνική γνώση, οσοδήποτε αναγκαία και αν είναι, δεν θα εξαλείψει καθόλου τις εσωτερικές μας ψυχολογικές πιέσεις και συγκρούσεις. Και επειδή έχουμε αποκτήσει τεχνικές γνώσεις χωρίς να κατανοήσουμε τη συνολική πορεία της ζωής, γι’ αυτό και η τεχνολογία έχει γίνει ένα μέσον καταστροφής του εαυτού μας. Ο άνθρωπος που γνωρίζει πώς να διασπάει το άτομο αλλά δεν έχει αγάπη στην καρδιά του, γίνεται ένα τέρας. Όλα αυτά που παράγουμε και για τα οποία είμαστε ενθουσιασμένοι, προκαλούν καταστροφή και αθλιότητα. Η στάση μας και οι αξίες μας μετατρέπουν τα πράγματα και τις ασχολίες μας σε όργανα ζηλοφθονίας, πικρίας και μίσους.

Υποστηρίζει επίσης ότι η απλή εκβιομηχάνιση, στην οποία τόσο μανιωδώς επικεντρώνουν οι κυβερνήσεις το ενδιαφέρον τους, ενθαρρύνει τις αισθησιακές αξίες. Δηλαδή, μεγαλύτερα και καλύτερα σπίτια, αυτοκίνητα, διασκεδάσεις και όλα τα συναφή. Εξωτερικές και παροδικές αξίες παίρνουν την πρωτοκαθεδρία πάνω από τις αιώνιες. Αναζητούν την ειρήνη, την ευτυχία σε αποκτήματα καμωμένα από  τα χέρια ή από το νου, την αφοσίωση σε πράγματα ή τις απλές γνώσεις. Η εκβιομηχάνιση και η μηχανή υπάρχουν. Δεν μπορούμε να εξαφανίσουμε. Παίρνουν όμως τη σωστή τους θέση μόνο όταν ο άνθρωπος δεν εξαρτάται από τα πράγματα για την ευτυχία του. Μόνο όταν καλλιεργεί τον εσωτερικό του πλούτο, όταν καλλιεργεί τους ακατάλυτους θησαυρούς της πραγματικότητας. Χωρίς αυτούς, η απλή εκβιομηχάνιση φέρνει ανείπωτη φρίκη. Με τους εσωτερικούς αυτούς όμως θησαυρούς, έχει τη σημασία της.