Αναλύοντας περαιτέρω τη δήλωσή του αυτή προτείνει ότι, προτού αρχίσουμε να ερευνούμε, πρέπει να διαθέτουμε το κατάλληλο όργανο που απαιτείται για την έρευνα. Ότι θα πρέπει να έχουμε την ικανότητα να ερευνούμε – όχι απλώς να αρχίσουμε να ερευνούμε. Και αυτό σημαίνει πως για να έχουμε την ικανότητα αυτή θα πρέπει απαραιτήτως να κατανοήσουμε προηγουμένως τον εαυτό μας. Διότι, πώς μπορούμε να ερευνήσουμε χωρίς προηγουμένως να γνωρίζουμε το αντικείμενο της έρευνάς μας και τι είναι εκείνο που ερευνά; Γι’ αυτό επιμένει ότι είναι πρωταρχικής σημασίας η γνώση του εαυτού μας, όπως επίσης να ανακαλύψουμε ποιο είναι το πρόσωπο που ερευνά και τι είναι εκείνο που ερευνάται. Επομένως, αν το αντικείμενο της έρευνας είναι η Θεοσοφία, θα πρέπει να διαθέτουμε το κατάλληλο μέσον που να μας οδηγήσει σ΄ αυτήν. Εξ ου και η ανάγκη να ανακαλύψουμε το Μυστικό Κλειδί. Έτσι, το κλειδί είναι πολύ σημαντικό, είναι πρωταρχικής σημασίας, είναι η πρώτη κίνηση στην έρευνά μας για τη Θεοσοφία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το κλειδί είναι η αρχή και η Θεοσοφία το τέλος.

Όπως γνωρίζουμε, η Θεοσοφία δεν βρίσκεται στα βιβλία. Η γραπτή, η διανοητική γνώση είναι το ένδυμα της μυστικής σοφίας που αποτελεί το σώμα, και ο σκοπός μας είναι να αγγίξουμε το σώμα. Νομίζω ότι, πριν προχωρήσουμε στην εξέταση του θέματός μας είναι απαραίτητο να δώσουμε ορισμούς στις παρακάτω έννοιες:

1)   Τι είναι Θεοσοφία, η φύση της και η προέλευσή της.
2)   Τι ακριβώς εννοούμε με το «Κλειδί»;
3)    Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε το κλειδί που θα μας επιτρέψει να αντικρίσουμε τους πνευματικούς θησαυρούς της, να αποκαλύψουμε με άλλα λόγια το πρόσωπο της ΄Ίσιδος καθότι η Ίσις είναι η θεότητα που αντιπροσωπεύει τη θεία γνώση;

Είναι προφανές πως όταν ασχολούμαστε με την ανεύρεση ενός πράγματος, αναζητάμε ένα σημείο ή ένα αντικείμενο που δεν είναι ορατό, που βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση, κάτι του οποίου δεν έχουμε επίγνωση. Κάτι που υπάρχει μεν αλλά δεν το αισθανόμαστε ούτε το βλέπουμε, που είναι άγνωστο και κρυμμένο και θα πρέπει να μας αποκαλυφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για μια απόκρυφη εσωτερική αντίληψη, που θα μας δώσει τη δυνατότητα να αφαιρέσουμε το πέπλο της άγνοιας και να έχουμε μια άμεση προσέγγιση στη φύση της Θεοσοφίας. Λέγοντας αυτό καταλήγουμε φυσιολογικά στο συμπέρασμα ότι με το νου που για εμάς είναι το γνωστό, δεν μπορούμε να έχουμε άμεση γνώση των θεοσοφικών Αληθειών, που είναι για εμάς το άγνωστο. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ένα διαφορετικό είδος αντίληψης. Αυτό είναι το κλειδί για το οποίο ψάχνουμε, και όπως μπορούμε να φανταστούμε, αυτό το κλειδί είναι ο πολυτιμότατος άγνωστος εαυτός μας. Είναι η αληθινή θεία φύση μας που θα πρέπει να ενεργοποιήσουμε αν πρόκειται να ανακαλύψουμε τι είναι Θεοσοφία. 

Η αληθινή φύση μας, η φύση του Εαυτού της βουδιστικής διδασκαλίας, είναι βαθιά κρυμμένη μέσα μας και περιμένει την αφύπνισή της.  Για το λόγο αυτό όλες οι αρχαίες φιλοσοφίες και παραδόσεις τονίζουν την ανάγκη να μάθουμε την τέχνη της αυτογνωσίας. Και βέβαια, η Θεοσοφική Εταιρεία είναι παράλληλη με αυτή τη διδασκαλία που υποστηρίζει πως αν δεν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, δεν θα μάθουμε ποτέ τι είναι Θεοσοφία, τι είναι Θείον. Γι’ αυτό ο Κρισναμούρτι λέγει ότι «χωρίς αυτογνωσία δεν υπάρχει το ορθώς σκέπτεσθαι. Και το ορθώς σκέπτεσθαι θα πρέπει να το θεωρήσουμε ως μια ιδιότητα της θείας σοφίας». Πιο συγκεκριμένα μας λέγει ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τόσο υπάρχει περισσότερη καθαρότητα. Η αυτογνωσία δεν καταλήγει κάπου, δεν φθάνει σε ένα επίτευγμα, δεν φθάνει σε ένα συμπέρασμα αλλά είναι ένας ποταμός χωρίς τέλος. Και καθώς κανείς ασχολείται με αυτήν, καθώς προχωρεί σε βάθος, ολοένα περισσότερο βρίσκει τη γαλήνη. Μόνο όταν ο νους είναι ατάραχος – δια της αυτογνωσίας και όχι δια της επιβαλλόμενης πειθαρχίας – μόνο τότε σε εκείνη την αταραξία, σε εκείνη τη σιγή μπορεί να εμφανιστεί το πραγματικό. Μόνο τότε είναι που μπορεί να υπάρξει δημιουργική δράση. Με άλλα λόγια, να υπάρξει αληθινή Θεοσοφία, διότι η Θεοσοφία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του πραγματικού. Στην αυτογνωσία «προσπαθούμε να απογυμνώσουμε τον εαυτό μας και να του δούμε, και στην κατάσταση αυτής της απογύμνωσης έρχεται η σοφία».
Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι το εξής:

Μπορούμε να αφυπνίσουμε την εσωτερική αυτή αντίληψη μόνοι μας; Είναι η αυτογνωσία θέμα προσωπικής επιλογής ή απόφασης; Και αν είναι, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων δείχνουν ανίκανοι να κάνουν την παραμικρή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, και είναι απρόθυμοι ακόμη και να ακούσουν κάποιον που τους παροτρύνει έστω και μόνο να το σκεφθούν;
Ίσως αρνούνται να δεχθούν την ιδέα να ασχοληθούν σοβαρά με τον αληθινό εαυτό τους, ή το βρίσκουν πολύ δύσκολο και κοπιώδες, αν όχι αδύνατο, να εμπλακούν σε μια τέτοια περιπέτεια προφανώς διότι δεν το θεωρούν τόσο αναγκαίο και απαραίτητο. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια πολύ σκληρή εργασία, να παρατηρούμε δηλαδή τον εαυτό μας όπως είναι και να ερευνούμε βαθιά το εσώτερο τμήμα της φύσης μας. Ίσως διότι δεν έχουμε την ικανότητα να παρατηρήσουμε την εσωτερική πλευρά του εαυτού μας επειδή ο οφθαλμός της ψυχής μας είναι ανενεργός. Και αυτός είναι προφανώς ο λόγος που ο Κρισναμούρτι λέγει: «Σας ζητώ το αδύνατο». Παρόλα αυτά επιμένει ότι θα πρέπει να το κάνουμε καθότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για μια βαθιά και ριζική αλλαγή στο νου και την καρδιά μας. Προφανώς το αδύνατο αναφέρεται εν προκειμένω στην υλική προσωπικότητα, στην ανθρώπινη διάνοια όχι όμως και στην πνευματική ατομικότητα. 

Όπως αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη:
«Τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για τον Θεό».

Και κατ’ επέκταση για τον Εαυτό, την εντός ημών θεία φύση. Εξ ου και η παρότρυνση να γνωρίσουμε τον αληθινό εαυτό μας. Ο Κρισναμούρτι λέγει επίσης ότι το γνωστό είναι η δράση της θέλησης, και στην αυτογνωσία θα πρέπει κανείς να ξεκινήσει από το άγνωστο, να αρχίσει δηλαδή από την άλλη πλευρά. Σύμφωνα δε με μια βουδιστική διδασκαλία, όταν φθάσει κανείς στην άλλη όχθη ελευθερώνεται από τη γέννηση και το θάνατο, από τον κύκλο δηλαδή των ενσαρκώσεων. Έτσι, το ξεκίνημα από την άλλη όχθη μπορεί ενδεχομένως να ερμηνευθεί ως μια εκκίνηση από το βασίλειο της ορθότητας που είναι η διαμονή των Διδασκάλων, των Μαχάτμας της Θεοσοφίας. Γι’ αυτό ο Κρισναμούρτι λέγει ότι η αφύπνιση της νοημοσύνης δεν είναι θέμα θέλησης αλλά είναι κάτι που πρέπει να συμβεί. Να συμβεί όμως από ποιον; Κατά τον Απόστολο Παύλο, η πνευματική αφύπνιση «δεν είναι του θέλοντος ούτε του τρέχοντος αλλά του ελεούντος Θεού». 

Ένας γνωστός μυστικός του χριστιανισμού, ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού γράφει στο βιβλίο του «Η Σκοτεινή Νύκτα της Ψυχής»:
«Ένα έργο τόσο μεγαλειώδες όπως είναι η ένωση της ανθρώπινης θέλησης με την άγια θέληση του Θεού, πρέπει να αρχίσει από τον Θεό και να ολοκληρώνεται από Αυτόν. Η αρχή συνίσταται στη χάρη της κλήσεως, το τέλος στο μεγαλείο της οράσεως. Το τέλος της ανθρώπινης θέλησης είναι η αρχή της θείας θέλησης, της θείας χάριτος».

Το ίδιο θέμα συναντάται και στην ελληνική μυθολογία και περιγράφεται ως εξής: Όλες οι ψυχές αποτελούν τμήμα της παγκόσμιας ψυχής, η ολότητα της οποίας είναι ο Διόνυσος και αυτός οδηγεί το περιπλανώμενο πνεύμα στην αρχική κατοικία του και το συνοδεύει δια της εξαγνιστικής διαδικασίας, τόσο της πραγματικής όσο και της συμβολικής κατά τη διέλευσή του από τη γη. Αυτός είναι ο αθάνατος μνηστήρας της ψυχής, η θεϊκή επίδραση που δημιούργησε τον κόσμο και η οποία, αφυπνίζοντας την ψυχή από τη Στυγία νάρκη, την επαναφέρει από τη γη στον ουρανό.

Οι Διδάσκαλοι: Αν θέλουμε να προσαρμόσουμε τον ελληνικό μύθο στα θεοσοφικά πλαίσια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θεϊκή επίδραση εκπορεύεται από την άλλη όχθη, από ένα άγνωστο και αθέατο για εμάς χώρο όπου, όπως μας λένε, βρίσκεται η διαμονή ή κατοικία των Διδασκάλων, που απαρτίζουν την «κοινότητα των ζώντων» και διαμορφώνουν το σώμα της Θεοσοφίας. Από τον τόπο αυτό εκπέμπεται το αφυπνιστικό πνεύμα της Θεοσοφίας που ενεργεί απόκρυφα και ασυνείδητα στην ανθρώπινη φύση, κατά τον ίδιο τρόπο που επιδρά ο Διόνυσος στην ψυχή. Διότι η δράση των Διδασκάλων μεταδίδει στην ανθρωπότητα τη θέληση και τη χάρη του Θείου. Επομένως, αν με τη Θεοσοφία εννοούμε τη σοφία των θείων όντων, των μεμυημένων Διδασκάλων, τότε μπορούμε να πούμε ότι η θαυματουργός θεοσοφική ενέργεια δρα ευεργετικά στον κόσμο, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η Θεοσοφία δεν είναι απλώς μια ιδέα ή μια θεωρία αλλά ένα ζωντανό κύτταρο που εκπέμπει την ευλογημένη επίδρασή του στην ανθρώπινη συνείδηση. Συνεπώς, όταν σκεπτόμαστε τη Θεοσοφία, ο στοχασμός μας θα πρέπει να κατευθύνεται προς τις ευλογίες των  Πρεσβυτέρων Αδελφών μας που είναι οι εσωτερικοί ιδρυτές της Εταιρείας και που συνεχίζουν να την ζωοποιούν και να την καθοδηγούν. Και θα πρέπει να επαναλάβουμε εδώ την επίκληση και να εκφράσουμε την ευχή όπως: Εκείνοι που είναι οι ενσαρκώσεις της αιώνιας αγάπης, να ευλογούν και με τη βοήθειά τους να καθοδηγούν την Εταιρεία που ιδρύθηκε για να αποτελέσει το δίαυλο για το έργο τους. Να την εμπνέουν με την αόρατη παρουσία τους και τη σοφία τους, να την ενισχύουν με τη δύναμή τους και να την ενεργοποιούν με τη δραστηριότητά τους.Τόσο όμως η επίκληση όσο και η ευχή, θα έχουν αξία αν προέρχονται από τα βάθη του εσώτερου Είναι μας και όχι από την επιφάνεια της εγωκεντρικής προσωπικότητας. Οι άνωθεν ευλογίες δεν προορίζονται για τη σωματική οντότητά μας αλλά για τον αθάνατο εαυτό μας, διότι αυτός είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του ανθρώπου και της Θείας Σοφίας. 

Κατά την εσωτερική παράδοση, η υλική προσωπικότητα αποτελεί βδέλυγμα για το Θείον και επομένως και για τα θεία όντα που αποκαλούνται υπηρέτες και αξιωματούχοι του Θεού. Θεωρείται μάλιστα ως ο εχθρός του ανθρώπου και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να μετέχει στις ευλογίες των θείων όντων. Οι μυημένοι Πρεσβύτεροι Αδελφοί μας ζητούν από εμάς να θυσιάσουμε το καταστρεπτικό αυτό μόρφωμα, και αυτή είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για να αξιωθούμε να λάβουμε τις ευλογίες τους. Αυτό βέβαια, είναι μια οδυνηρή αλλά αναπόφευκτη θυσία στην οποία αργά ή γρήγορα όλοι άνθρωποι θα κληθούν να υποβληθούν, σύμφωνα με το θείο σχέδιο της εξέλιξης. Ένα φιλοσοφικό γνωμικό λέγει ότι το καθαρό δεν άπτεται του ακάθαρτου, διότι αυτό δεν είναι θεμιτό. Είναι μια θεία εντολή σύμφωνα με την οποία το βέβηλο δεν δικαιούται να αγγίξει το ιερό που είναι εν προκειμένω η Θεία Σοφία. Ή, όπως λέγει ο Κρισναμούρτι, πρέπει να πεθάνει το παλιό για να υπάρξει το νέο. Και η Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ επιβεβαιώνει στη «Φωνή της Σιγής» λέγοντας ότι θα πρέπει κανείς να πεθάνει ως υλική προσωπικότητα για να ζήσει ως πνεύμα, δηλαδή ως πραγματικός θεόσοφος. Στην ερώτηση γιατί η μάθηση και η γνώση αποτελούν εμπόδια στην κατανόηση του αιώνιου, ο Κρισναμούτρι απάντησε ως εξής:

«Πάρτε ως παράδειγμα ένα πολύ συνηθισμένο πράγμα που συμβαίνει στους περισσότερους από εμάς. Αυτοί που είναι θρήσκοι – οτιδήποτε μπορεί να σημαίνει αυτή η λέξη – προσπαθούν να φαντασθούν τι είναι ο Θεός. Έχουν διαβάσει αναρίθμητα βιβλία, έχουν διαβάσει για τις εμπειρίες διαφόρων αγίων, των Διδασκάλων και όλα τα σχετικά, και προσπαθούν να φαντασθούν ή να αισθανθούν ποια είναι η εμπειρία ενός άλλου ατόμου. Που σημαίνει ότι, με το γνωστό προσπαθούν να προσεγγίσουν το άγνωστο. Είναι αυτό δυνατό; Μπορείτε να σκεφθείτε για κάτι που δεν είναι κατανοητό; Προφανώς, αν ο νους σας είναι φορτωμένος με το γνωστό, δεν υπάρχει χώρος μέσα του να δεχθεί κάτι που απορρέει από το άγνωστο. Η ίδια η φύση του νου είναι προσκολλημένη στο χρόνο. Είναι επομένως γεγονός ότι η διάνοια δεν μπορεί να κατανοήσει τι είναι Αλήθεια ή Θεός»

Ο Διαλογισμός: Σύμφωνα με ένα αρχαίο ρητό, με το γνωστό δεν μπορούμε να συλλάβουμε το άγνωστο, και με το μέρος δεν μπορούμε να γνωρίσουμε το Όλον. Για να μπορέσουμε επομένως να δούμε την Αλήθεια, θα πρέπει να μεταβούμε υπεράνω της διάνοιας, που σημαίνει να πετάξουμε μεταφορικά από τη γη προς τον ουρανό. Αυτό θεωρείται ότι είναι αληθινός διαλογισμός. Έχει όμως ειπωθεί από τους Διδασκάλους ότι αληθινός διαλογισμός δεν μπορεί να υπάρξει αν προηγουμένως δεν θέσουμε τα θεμέλια της αρετής και της ηθικής. Όπως δίδαξε ο σοφός Πυθαγόρας, πρέπει πρώτα να είμαστε άνθρωποι και μετά να γίνουμε θεοί. Οι ευγενείς αρετές κάνουν τον άνθρωπο και οι επιστήμες οδηγούν στη Θεία Αρετή, η οποία κάνει τον Θεό. Αναπτύσσοντας λεπτομερέστερα το θέμα αυτό ο Κρισναμούρτι, μας λέγει πως υπάρχουν πολλές σχολές όπου διδάσκεται ο διαλογισμός. Αλλά για να καταλάβει κανείς τι είναι διαλογισμός, θα πρέπει να οικοδομήσει το θεμέλιο της ηθικής συμπεριφοράς. Χωρίς αυτή τη βάση, ο διαλογισμός είναι στην πραγματικότητα μια αυτό-ύπνωση. Χωρίς να είναι κανείς ελεύθερος από το θυμό, τη ζήλια, το φθόνο, την απληστία, την κτητικότητα, τον ανταγωνισμό, την επιθυμία για επιτυχία χωρίς να θέσει τη σωστή βάση, χωρίς να ζει αληθινά μια καθημερινή ζωή ελεύθερη από την διαστροφή του προσωπικού φόβου, την αγωνία, την πλεονεξία κλπ, ο διαλογισμός έχει πολύ μικρή σημασία γι’ αυτόν. 

Το θεμέλιο οικοδομείται μέσα από τις σχέσεις ασκώντας την τέχνη της αυτογνωσίας. Τα τεχνάσματα του νου δεν είναι διαλογισμός και γι’ αυτό, διαλογισμός είναι η αρχή της αυτογνωσίας, και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει αυτογνωσία. Ο διαλογισμός είναι παρακολούθηση, είναι παρατήρηση, να είναι κανείς ενήμερος του εαυτού του όχι μόνο για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα της ημέρας αλλά όλη την ώρα, όταν περπατάμε ή τρώμε ή μιλάμε ή διαβάζουμε ή στις σχέσεις μας με τους άλλους. Όλα αυτά συνιστούν τη διαδικασία στην οποία ανακαλύπτουμε τις διόδους του εγώ και τελικά οδηγούμαστε στο τελείωμα του εγώ, ή , όπως αναφέρεται στη «Φωνή της Σιγής», εκείνος που έχει σταματήσει να ακούει τα πολλά, μπορεί να διακρίνει το ένα, δηλαδή τον εσωτερικό ήχο που σκοτώνει τον εξωτερικό. Είναι προφανές από αυτά ότι στην άσκηση του διαλογισμού υπάρχουν διάφορα στάδια, διάφορες φάσεις. Το πρώτο και πιο σημαντικό είναι η διαδικασία της κάθαρσης, του εξαγνισμού της καρδιάς και του νου, της επιτακτικής ανάγκης να αποκτήσουμε ένα νέο, φρέσκο νου και μια αθώα καρδιά, δηλαδή να εξανθρωπισθούμε. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την άσκηση της αυτογνωσίας, με την Ενέργεια της Αγάπης και με τη Δύναμη της Αλήθειας.

Η προετοιμασία: Οι Διδάσκαλοι της Σοφίας τονίζουν με κάθε έμφαση πως αν θέλουμε να ζήσουμε στο δικό τους κόσμο, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε αυτόν τον κόσμο και να απαρνηθούμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Αυτό παριστάνεται με σαφήνεια στην παρομοίωση των Τριών Αιθουσών στη «Φωνή της Σιγής», που αντιστοιχούν στις τρεις καταστάσεις της συνείδησης.  Απαρνήσου τη ζωή σου αν θέλεις να ζήσεις. Απαρνήσου την υλική προσωπικότητα για να ζήσεις σαν πνευματική ατομικότητα, μας λέγει η Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ, και το νόημα αυτού του μηνύματος είναι ότι δεν μπορούμε να πάμε κατ’ ευθείαν στην κατάσταση της τελειότητας, ή στην έκσταση του διαλογισμού χωρίς πρώτα να διέλθουμε επιτυχώς από τα ενδιάμεσα στάδια προπαρασκευής και προετοιμασίας. Οι άνθρωποι, ως επί το πλείστον, αμελούν αυτό το θεμελιώδη κανόνα του εσωτερισμού. Προσπαθούν με διάφορες μεθόδους να αναρριχηθούν με τη φαντασίας τους στο ανώτερο επίπεδο της υπέρ-συνείδησης, χωρίς να έχουν προηγουμένως αναπτύξει το κατάλληλο όχημα (το βουδικό σώμα ή όχημα) με το οποίο και μόνο μπορούν να διαφύγουν και να εξέλθουν από τον τριπλό αυτό κόσμο της ψευδαίσθησης και της άγνοιας, και να ανέλθουν στην υπέρτατη και τέλεια φώτιση της Νιρβάνα, που είναι η κατάσταση της πλήρους ανάπτυξης. Έτσι όπως διέφυγε από τα δηλητηριώδη πλοκάμια της Χίμαιρας ο Έλλην ήρωας Βελερεφόντης, εποχούμενος στον φτερωτό Πήγασο.  

Πολύ διδακτικός επί του θέματος αυτού είναι ο βουδιστικός μύθος που μας λέει ότι υπήρξε κάποτε ένας πλούσιος αλλά ανόητος άνθρωπος ο οποίος, όταν είδε το ωραίο τριώροφο σπίτι του γείτονά του ζήλεψε και θέλησε να αποκτήσει και αυτός ένα ακριβώς όμοιο, νομίζοντας ότι ήταν άξιος και ικανός γι’ αυτό. Κάλεσε τότε έναν μηχανικό και του ανέθεσε να το κτίσει. Εκείνος συγκατατέθηκε και άρχισε αμέσως να ρίχνει τα θεμέλια, τον πρώτο και τον δεύτερο όροφο και ύστερα τον τρίτο. Ο πλούσιος όμως είπε: «Δεν θέλω θεμέλια ούτε πρώτο και δεύτερο όροφο. Θέλω μόνο τον τρίτο όροφο. Κτίσε τον αμέσως» Το ηθικό δίδαγμα αυτού του μύθου είναι ότι ένας ανόητος άνθρωπος ενδιαφέρεται πάντοτε μόνο για το αποτέλεσμα και είναι ανυπόμονος χωρίς να κάνει την παραμικρή προσπάθεια που είναι αναγκαία για να έχει την επιθυμητή κατάληξη. Τίποτε καλό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία, ακριβώς όπως δεν μπορεί να υπάρξει τρίτος όροφος χωρίς να προηγηθούν τα θεμέλια, ο πρώτος και ο δεύτερος όροφος. 

Σε μια άλλη εσωτερική διδασκαλία που προέρχεται από την Καμπάλα, η οποία διαφωτίζει τόσο όμορφα και σοφά τον παραπάνω βουδιστικό μύθο, αναφέρονται τα εξής: Τα ονόματα των τριών βαθμών της ψυχής του ανθρώπου είναι: Νεφές (ζωική ψυχή), Ρουάχ (πνεύμα), Νεσαμάχ (άγια, πνευματική ψυχή) και αντιστοιχούν στους θεοσοφικούς όρους «αστρικό», «νοητικό» και «βουδικό». Το Νεσαμάχ είναι η υπέρ-ψυχή, η βαθύτερη ενορατική δύναμη που οδηγεί στα μυστικά του Θεού και του Σύμπαντος. Τα τρία αυτά μέρη γίνονται κατανοητά ως το ένα εντός του άλλου – τουτέστιν σχηματίζουν ένα ενιαίο οικοδόμημα – το καθένα όμως έχει τη δική του ιδιαίτερη διαμονή ή το δικό του ιδιαίτερο όροφο ή πεδίο ύπαρξης. Το Νεφές συγγενεύει στενά με το φυσικό σώμα διατρέφοντάς το και διατηρώντας το. Βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο και είναι η πρώτη ανέγερση. Έχοντας αναπτυχθεί κατάλληλα γίνεται ο θρόνος για στηριχθεί το Ρουάχ ή πνεύμα. Όταν αυτά τα δύο πρώτα έχουν προετοιμασθεί κατάλληλα, αξιώνονται να δεχθούν το Νεσαμάχ, την πνευματική ή υπέρ-ψυχή, που κάθεται επί του θρόνου του Ρουάχ. Η υπέρ-ψυχή δεσπόζει σε εξέχουσα θέση και δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή. Υπάρχει θρόνος επί θρόνου και στο ανώτερο, ένας ακόμη θρόνος. Τα Νεφές και Ρουάχ είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους ενώ το Νεσαμάχ έχει τη διαμονή του στον αληθινό χαρακτήρα του ανθρώπου, ένα μέρος που παραμένει άγνωστο και αναποκάλυπτο. 

Βλέπουμε ότι τόσο η μεταφορική όσο και η ηθική έννοια των δύο παραπάνω κειμένων είναι απόλυτα ταυτόσημες, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε. Τόσο η καμπαλιστική ηθική διδασκαλία όσο και η βουδιστική καταλήγουν στο εξής: Αν ένας άνθρωπος αγωνίζεται για μια αγνή ζωή, βοηθείται στη προσπάθειά του αυτή από το άγιο Νεσαμάχ, μέσω του οποίου καθίσταται αγνός και αγιοπρεπής και κατακτά το όνομα του αγίου. Αν όμως δεν αγωνίζεται να είναι ηθικός και να διάγει αγνό βίο, δεν ζωοποιείται από το άγιο Νεσαμάχ αλλά μόνο από τους δύο πρώτους βαθμούς, τα Νεφές και Ρουάχ (το αστρικό και το νοητικό της θεοσοφικής ορολογίας). Επιπλέον, αυτός που ρέπει στην ακολασία, βυθίζεται περισσότερο σ’ αυτήν. Έτσι ο καθένας κινείται επάνω στο δρόμο που  αυτός ο ίδιος έχει χαράξει. Επίσης, ο Κύριος Βούδας μάς δείχνει το δρόμο που οδηγεί στην Αλήθεια και τοιουτοτρόπως στην ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα, μας μιλά για το  Ευγενές οκταπλό μονοπάτι που ανοίγει τους οφθαλμούς και απονέμει κατανόηση, η οποία οδηγεί στη γαλήνη του νου, στην ανώτερη σοφία, στην πλήρη φώτιση, στη Νιρβάνα. 

Το ερώτημα λοιπόν, όπως αυτό τίθεται από τον Δρ. John Algeo είναι πάντοτε επίκαιρο: «Είμαστε αφυπνισμένοι στις Αλήθειες της Θεοσοφίας; Διότι αν μια αλήθεια δεν είναι ζώσα μέσα μας, η αλήθεια αυτή είναι για εμάς νεκρή και επομένως, είμαστε νεκροί ως προς αυτή την αλήθεια και δούλοι στο ψεύδος αντί της αλήθειας».

Παρομοίως,  η κα Radha Burnier στην προσφώνησή της στο ετήσιο διεθνές συνέδριο της Παγκόσμιας Θεοσοφικής Κοινότητας στο Adyar, τον Δεκέμβριο 2005, ως Πρόεδρος της Παγκόσμιας Θεοσοφικής Εταιρείας, καταλήγει ως εξής:
«Συναισθανόμαστε ότι πρέπει να βρεθεί ένας δρόμος που θα μας βγάλει από τη διαστρεβλωτική κατάσταση της βίας, του μίσους και της πνευματικής άγνοιας (Avidya) που σκοτεινιάζει τον κόσμο. Πώς όμως μπορούμε να βάλουμε το πόδι μας σταθερά στην ατραπό που οδηγεί στην ειρήνη, την αγάπη και τη γνώση; Θα έλεγα ότι με αυτό το σκεπτικό θα πρέπει να αρχίσουμε, διερωτώμενοι όχι μόνο αν είμαστε αφυπνισμένοι στις θεοσοφικές αλήθειες αλλά αν είμαστε κατ’ ελάχιστον ζωντανοί και αν ναι, πόσο ζωντανοί είμαστε;»

Που σημαίνει, πόσο γνωρίζουμε τον αληθινό εαυτό μας, ο οποίος αντιπροσωπεύει το μυστικό «κλειδί» που αναζητάμε;