Μήπως έχει καταντήσει κέλυφος κενό, που απλά και μηχανικά διασώζει δοξασίες που ελάχιστα σχετίζονται με την πληρότητα της ζωής μας;

Η ζωντάνια λοιπόν της Θ.Ε. είναι εξαιρετικά σημαντική. Η μόνη που εξασφαλίζει την επιτυχή συνοδεία των εσωτερικών αναζητήσεων και προσδοκιών μας. Χαρακτηριστικό της ζωντάνιας ενός συστήματος είναι η προσαρμοστικότητα. Κατά τον Δαρβίνο, η επιβίωση ενός έμβιου όντος δεν εξαρτάται από το αν είναι το ισχυρότερο ή ευφυέστερο, αλλά κατά πόσον μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Κανόνας για κάθε σύστημα. Μοιάζει κάπως αντίφωνο με την πίστη ότι το σύστημα διαμορφώνει τις ανάγκες των μελών του, αλλά αν το καλοεξετάσουμε προκύπτει μια αμοιβαιότητα. Και τα μέλη, δηλαδή, με τις ανάγκες τους διαμορφώνουν το σύστημα. Ας εξετάσουμε λοιπόν στην διπλή του όψη το θέμα της προσαρμοστικότητας της Θεοσοφίας.

Ο δεύτερος ιδρυτικός σκοπός της Θ.Ε. επιζητεί την συγκριτική μελέτη θρησκειών, φιλοσοφιών, επιστημών. Από κοινού με τον τρίτο ιδρυτικό σκοπό, που σχετίζεται ουσιαστικά με την αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση, μας βεβαιώνουν ότι η Θεοσοφία απέχει από δογματισμούς.  Οι όποιες αλήθειες μπορέσει κάθε θεόσοφος να προσεγγίσει, εξαρτώνται από τον ίδιο. Από την επιμονή του στις έρευνες και το σωματικό, ψυχικό και πνευματικό του δυναμικό. Βέβαια, τόπος άβατος η αλήθεια. Δεν θα βρεθεί ποτέ. Αλλά οι μελέτες μας και κυρίως η εφαρμογή τους, η πράξη, σε συμφωνία με τις θεοσοφικές παραινέσεις, μας επιτρέπουν να αποφεύγουμε τους αδιέξοδους δρόμους. Πού μας οδηγούν λοιπόν οι δυο ιδρυτικοί σκοποί της Θ.Ε.;

Κατ’ αρχάς ας παρατηρήσουμε ότι η συγκριτική μελέτη και η αυτογνωσία αποκλείουν τις στατικές καταστάσεις. Από την εποχή της ιδρύσεως και της καθιέρωσης των σκοπών της Θ.Ε. έχουν εμφανιστεί αρκετές καινούργιες θρησκείες, περισσότερες αιρέσεις και πολλές φιλοσοφίες, ενώ οι επιστήμες με την ιλιγγιώδη τους εξέλιξη έχουν ριζικά ανατρέψει τις πεποιθήσεις και τις παραδοχές της εποχής εκείνης. Ελάχιστα απομένουν από ό,τι δεχόντουσαν οι άνθρωποι το 1875. Ακόμη και η αχαλίνωτη ανάπτυξη του ανθρώπινου υλιστικού εγωισμού, στα πλαίσια μιας κοινωνίας που αποδέχεται, αν δεν επωάζει, τις κρίσεις σε κάθε επίπεδο μέχρι και αυτού του αφανισμού της ζωής στον πλανήτη, αλλάζει σε ασύλληπτο βαθμό τις συνθήκες διαβίωσης και τις εξωτερικές και εσωτερικές ανθρώπινες αντιλήψεις. Έτσι πλέον, η αυτογνωσία και η αυτοπραγμάτωση κινούνται στην εποχή μας σε συνθήκες πολύ διαφορετικές από τα παλαιότερα επικρατούντα. Μπορεί βέβαια, οι εσώτατοι πυρήνες της αλήθειας να παραμένουν ανέγγιχτοι, αλλά οι πνευματικές και ψυχικές αναζητήσεις και στοχεύσεις μας, που κινούνται σε τροχιές αρκετά απόμακρες από τους πυρήνες αυτούς, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις εκάστοτε κοινωνικές και αξιακές καταστάσεις.

Έτσι, αν το σύστημά μας δεν χαρακτηριζόταν από την προσαρμοστικότητά του, εύκολα θα καταντούσε σταδιακά απόμακρο από τις ουσιαστικές εσωτερικές μας ανάγκες. Ευτυχώς οι δύο ιδρυτικοί σκοποί που αναφέραμε εξασφαλίζουν την συνεχή στενή επαφή με τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο και το σύγχρονο ανθρώπινο γίγνεσθαι. Τα πάντα είναι για εμάς, σε όλες τις διαβαθμίσεις και εξελίξεις, πεδίο έρευνας και προβληματισμού, από όπου θα αλιεύσουμε τα μικρά πολύτιμα πετραδάκια της αλήθειας. Μια συγκριτική μελέτη που καλύπτει το παρελθόν και το παρόν, που προσπαθεί ακόμη να διεισδύσει και στο μέλλον, χωρίς μυωπικούς φραγμούς. Που αξιώνει απόλυτα την θεοσοφική παρουσία μας, προσαρμοσμένη στον κόσμο που συνεχώς αλλάζει και μας προικίζει με τα κατάλληλα μέσα ώστε να ερευνούμε την κάθε στιγμή με καινούργιο μάτι. Χωρίς αγκυλώσεις, χωρίς δεσμεύσεις που να μας δένουν σε βράχους που σήμερα δεν έχουν πια νόημα. Καλύτερη προσαρμοστικότητα, καλύτερη ζωντάνια, πώς θα μπορούσε να υπάρξει;

Θα σημειώσουμε ακόμη ότι οι τεράστιες αλλαγές στην Φύση και στον άνθρωπο, με τις συνακόλουθες πρωτοφανείς κρίσεις έχουν υποθάλψει την εμφάνιση εσωτερικών κινημάτων αμφιβόλου αξίας. Πυρήνες εσωτερικής ανάπτυξης ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια, με την μορφή παρα-εσωτερικών σχολών και ομίλων. Όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν αναπτύσσονται από κάποιες αλήθειες για να αντιμετωπίσουν τις κρίσιμες σημερινές καταστάσεις, αλλά το αντίστροφο. Αποτελούν, δηλαδή, δημιουργήματα αυτών των καταστάσεων με αποτέλεσμα να αποτελούν κομμάτι των κρίσεων, που τις επεκτείνουν πλέον και σε πνευματικό επίπεδο. Κάτι που, όπως έλεγε ο Ιησούς, αποτελεί την χείριστη κατάντια του ανθρώπου. Την αμαρτία κατά του πνεύματος. Βλέπουμε λοιπόν σήμερα να ευτελίζονται εσωτερικές αλήθειες, μόνο και μόνο για να λατρεύουν κάποιοι τον Μαμωνά.

Αυτό πάντως που ενδιαφέρει τους θεόσοφους είναι πόσο πολύ σημαντικό είναι για την ίδια την ανθρώπινη παρουσία στον πλανήτη, να παραμένουν ζωντανά και να ευδοκιμούν συστήματα που στηρίζονται σε αξίες αναμφισβήτητες, στις οποίες με ασφάλεια μπορεί να στηριχθεί η δύστηνη σημερινή ανθρωπότητα. Στο σημείο αυτό ιδιαίτερα πρέπει να τονίσουμε την αξία του θεοσοφικού εμβλήματος. ΟΥΔΕΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΥΠΕΡΑΝΩ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ. Αποτελεί την πεμπτουσία της ζωντάνιας της Θεοσοφικής Εταιρείας. Αποκαλύπτει ότι καμία πνευματική κίνηση – ακόμη και η ίδια η θεοσοφική – δεν μονοπωλεί την αλήθεια. Συνεπώς, καμία συνειδησιακή αγκύλωση δεν αρμόζει στον οτρηρό, στον δραστήριο θεόσοφο που εργάζεται στο πνεύμα των ιδρυτικών σκοπών της Θ.Ε.

Καμία δοξασία ή δόγμα δεν υπάρχει για να θρέψει και να στηρίξει εφησυχασμό στην αδράνεια. Οι βασικές μας αρχές είναι απλά «υποθέσεις για εργασία». Πυρήνες από όπου μπορεί κανείς να ξεκινήσει με κάποια ασφάλεια τις πνευματικές του αναζητήσεις και προσδοκίες. Βάρκες που κάποια στιγμή, μετά το πέρασμα του ποταμού, πρέπει να εγκαταλείψει σαν περιττό βάρος, για να μπορέσει να αρχίσει την αναρρίχηση στις υψηλές κορυφές. Σε απόλυτη συμφωνία είναι και οι διδαχές πολλών εσωτεριστών και φιλοσόφων, ότι μετά από κάποιο σημείο εκείνο που μετράει δεν είναι ό,τι μαζεύεις αλλά αυτά που απορρίπτεις. Προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, φανατισμοί, πίστεις, πεποιθήσεις, γνώσεις που πίστευες πως σε κάνουν σπουδαίο. Και ακόμη παραπέρα, και τις δικές σου προσωπικές απόψεις και γνώμες με τις οποίες έχεις θρέψει έως τώρα την ζωή σου και το εγώ σου. Αυτή η απόρριψη θα αδειάσει το ιερό δισκοπότηρο του είναι μας, αφήνοντας χώρο για κάποιες αλήθειες που δεν έχουν θέση όσο αυτό είναι γεμάτο με το εγώ.

Αυτό ακριβώς είναι τελικά το ζητούμενο για να μπορέσουμε να συνταιριάσουμε με την ζωντάνια του θεοσοφικού οράματος. Αυτή η ατομική ζωντάνια είναι απόλυτα απαραίτητη για να παραμένει και το σύστημά μας ζωντανό. Αντίθετα, αν στο δρόμο των πνευματικών μας αναζητήσεων κολλήσουμε κάπου. Αν σηκώσουμε από κάτω κάποιο ψήγμα αλήθειας που βρήκαμε και το βάλουμε στο εικονοστάσι μας, τότε το μόνο που θα κερδίσουμε θα είναι μια αλλοτριωμένη συνείδηση. Τίποτε περισσότερο. Και όσο πιο πολλά μπορούν να δέχονται οι άλλα από εκείνα που ξέρει κανείς, τόσο πιο επικίνδυνος θα είναι γι’ αυτούς και για τον εαυτό του.

Αυτό λοιπόν το έλλειμμα της ζωντάνιας, μας καλεί Θεοσοφία να αποβάλλουμε. Τονίζει ότι κανένας μας δεν δικαιούται να επιβάλλει ή να υποβάλλει τις απόψεις του στους άλλους. Κάτι βέβαια που προστατεύει τους άλλους αλλά περισσότερο εκείνους που θα ήθελαν να το εφαρμόσουν, αν αντιληφθούν το δίδαγμα. Έτσι μονάχα θα αναδειχθεί στην καθένα μας η πραγματική ελευθερία, σε όποιο βαθμό βέβαια την επιτρέπει στο είναι του. Μόνο τότε θα είναι για εμάς εφικτή η πραγματική κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε και η «απόδοση των τροφείων», ώστε αρμονικό να είναι το πέρασμά μας από την τωρινή ζωή. Αρμονικό με όλους τους αδελφούς μας, με όλα τα όντα, με ό,τι συνδέεται με το μικρό μας ταξίδι και ακόμη παραπέρα, με το ταξίδι εκείνων που θα έρθουν μετά από εμάς. Απομένει όμως ακόμη ένα βασικό ερώτημα: Στο πλαίσιο των θεοσοφικών θεωριών και πρακτικών, τα πάντα είναι ρευστά; Δεν υπάρχει κάτι σταθερό, που να δίνει ένα νόημα, που να αντέχει στο χρόνο, που να λειτουργεί σταθερά σαν φάρος προφυλάσσοντας μας από τα βράχια, στο δύσκολο επίγειο ταξίδι μας;

Ευτυχώς αδελφοί μου, η Θ.Ε. μας προσφέρει αυτόν το σωτήριο φάρο. Είναι ο πρώτος ιδρυτικός σκοπός της και ο μοναδικός δεσμευτικός για κάθε θεόσοφο. Η δημιουργία πυρήνα παγκόσμιας  αδελφότητας. Σκοπός αταλάντευτος, που δίνει το νόημα και την αξία της Θεοσοφίας. Αυτή η πίστη μας στην ανάγκη της ουσιαστικής αδελφοποίησης των όπου γης, είναι πραγματικά ανεπηρέαστη  από κάθε μεταβολή στις γήινες συνθήκες, τις καταστάσεις και τις κρίσεις. Είναι ακριβώς αυτός τελικά ο σκοπός που πρέπει να στοχεύουν όλες οι επί μέρους προσπάθειες κάθε θεόσοφου. Όσο η αγκαλιά μας ξανοίγεται μεγάλη για να χωρέσει με αγάπη ολοένα περισσότερους, ξεπερνώντας τις εγωιστικές μας τάσεις που την σμικρύνουν και της στερούν την αληθινή της φύση, τόσο πιο ζωντανή θα είναι η παρουσία μας στην Θ.Ε. Και ας θυμόμαστε ότι ένα σύστημα είναι ζωντανό όταν τα μέλη του είναι ζωντανά.

Για την πραγματοποίηση εκείνου που δεν είναι δημιουργημένο και συναρμολογημένο, η σκέψη-αίσθημα πρέπει να ξεπεράσει το δημιουργημένο, το αποτέλεσα, τον εαυτό. Η σκέψη-αίσθημα πρέπει να πάψει να ζητά, να πάψει να αποκτά, να πάψει να απορροφάται από οποιαδήποτε μορφή τελετουργίας και μνήμης. Και αυτή είναι η έννοια της κάθαρσης και της νοερής εκ του κόσμου απομάκρυνσης. Το να τονίζουμε τις οικονομικές και κοινωνικές αξίες αντί του πρωταρχικού και του αιώνιου, αυτό οδηγεί σε στρεβλωμένες και φρικτές πράξεις. Μια τέτοια πρόταξη των άμεσων αναγκών οδηγεί αναπότρεπτα σε νέο χάος διότι, δίνοντας σημασία σε εκείνο που είναι δευτερεύον, χάνουμε το σύνολο, το πραγματικό και έτσι δημιουργούμε σύγχυση και δυστυχία. Το να υποκύπτουμε στις αξίες των αισθήσεων, αυτό την πραγματικότητα σημαίνει να φέρνουμε τελικά τον πόλεμο και τις οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές. Το να επιδιώκουμε να πλουτίσουμε με πράγματα που γίνονται είτε χειρονακτικά είτε νοητικά, είναι σαν να δημιουργούμε εσωτερική φτώχεια, η οποία συνεπιφέρει ανείπωτη αθλιότητα. Η συσσώρευση και η σημασία που αποδίδουμε σε αυτήν, εμποδίζει τη σκέψη-αίσθημα να πραγματώσει το πραγματικό.

Μόνο το πραγματικό θα φέρει τάξη, διαύγεια και ευτυχία. Αν κανείς επιδιώκει να καλλιεργήσει πρώτα το εσωτερικό, το πραγματικό, τότε το δευτερεύον, η οικονομική και κοινωνική τάξη, θα πραγματοποιηθεί με σοφία. Διαφορετικά θα υπάρχουν συνεχείς οικονομικές και κοινωνικές αναστατώσεις, πόλεμοι και σύγχυση. Αναζητώντας το αιώνιο, θα είμαστε ικανοί να φέρουμε τάξη και διαύγεια. Είναι όμως γεγονός ότι καταναλίσκουμε τη ζωή μας μεριμνώντας και διαρκώς τυρβάζοντας περί πολλών, όπως η Μάρθα του Ευαγγελίου, καθ’ ην στιγμή ενός μόνο πράγματος έχουμε χρεία. Την αγαθή μερίδα την οποία επέλεξε η Μαρία (Μάρθα σημαίνει απογοήτευση και Μαρία σημαίνει απεραντοσύνη, ανοικτή θάλασσα). Η παραβολή αυτή του Ευαγγελίου επαληθεύει πανηγυρικά όσα ελέχθησαν από τον Κρισναμούρτι, που συνταυτίζονται με το εξής εδάφιο: «Μη μεριμνάτε περί της ζωής σας, τι να φάγετε και τι να πίετε. Μηδέ περί του σώματος σας τι να ενδυθείτε. Πάντα ταύτα ζητούσαν οι εθνικοί. Ζητείτε πρώτον τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη αυτού, και ταύτα πάντα θέλουσι προστεθεί».

Η ψυχολογική μέριμνα είναι ίδιον των κατώτερων σωμάτων του ανθρώπου, του αστρικού και του νοητικού του, τα οποία στην Ευαγγελική περικοπή είναι προφανές ότι αντιπροσωπεύουν οι εθνικοί, ενώ η αναζήτηση της βασιλείας του Θεού προέρχεται από το πνευματικό στοιχείο που υπάρχει μέσα μας. Από την θεία δηλαδή ψυχή που αντιπροσωπεύει μάλλον η Μαρία της παραβολής ενώ η Μάρθα παρομοιάζεται με τη διάνοια. Το αντικείμενο των δύο εκ διαμέτρου αντιθέτων αυτών καταστάσεων διαπραγματεύονται όλες ανεξαιρέτως οι εσωτερικές παραδόσεις, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αλλά με διαφορετική ορολογία. Για παράδειγμα, ο Πλάτων έλεγε ότι η φιλοσοφία έχει αντικείμενό της τη γνώση του αιώνιου όντος και όχι εκείνου που λαμβάνει αρχή και τέλος. Κατά συνέπεια δύναται να σύρει και αυτή την ψυχή προς την αλήθεια, να την οδηγήσει από τα επίγεια πράγματα προς τα επουράνια, και να επεξεργαστεί μια φιλοσοφική διάνοια εις τρόπον ώστε να κρατεί πάντοτε στραμμένα προς τα άνω το βλέμμα, το οποίο τώρα έχουμε προς τα κάτω. Οι καταγινόμενοι όμως με την άσκηση αυτή έχουν ανάγκη ενός οδηγού, όπως υποστηρίζει, άνευ του οποίου σε τίποτα δεν είναι δυνατόν να καταλήξουν οι έρευνές τους. Αλλά τοιούτος οδηγός για να ευρεθεί, πρώτον μεν είναι πολύ δύσκολο, και αν όμως υποθέσουμε ότι βρέθηκε, όπως τώρα έχουν τα πράγματα, δεν θα καταδέχονταν να τον ακούσουν όσοι καταγίνονται με τις έρευνες αυτές. Διότι το έχουν πολύ παρμένο επάνω τους.

Σε όλα τα κείμενα των εσωτερικών παραδόσεων είναι σαφής η διάκριση μεταξύ των δύο επιπέδων συνείδησης, της Αλήθειας και της πλάνης. Ο άνθρωπος, που είναι εκφραστής των δύο αυτών κινήσεων, μπορεί ως εκ της φύσεώς και εσωτερικής δομής του, να μετέχει και να επικοινωνεί ή να μεταφέρει τη συνείδησή του και στα δύο. Δύναται, δηλαδή, να ζει ως προς την Αλήθεια ή ως προς την πλάνη. Έχει δυνατότητα επιλογής. Να ακολουθεί την οδό της αρετής, οπότε συντονίζεται με την πλευρά της Αλήθειας και του φωτός, ή να ακολουθεί την οδό της κακίας και του σκότους, οπότε γίνεται φορέας των αρνητικών επιδράσεων της πλάνης και των αντιθέσεων. Οι επιδράσεις αυτές είναι οι αρνητικές εκείνες δυνάμεις που διαμορφώνουν το ρεύμα της κοσμικότητας εντός του οποίου κινείται, κατά κανόνα, ο ανθρώπινος νους, μέσα στα περιοριστικά πλαίσια του ψυχολογικού χρόνου, όπως το προσδιορίζει ο Κρισναμούρτι.

Η αλλαγή του επιπέδου συνείδησης προϋποθέτει την έξοδο της ψυχής από τον ψυχολογικό χρονικό κλοιό της εγκοσμιότητας και τη μετάβασή της στον απέραντο χώρο του πνεύματος. Προς τούτο απαιτείται, όπως έλεγε ο Πλάτων, η πτεροφυΐα της ψυχής, που αντιστοιχεί στο άνοιγμα των κέντρων ή τσάκρας που αποκαλούνται και πέταλα του Λωτού. Είναι μια μυητική διαδικασία, δια της οποίας διευρύνεται η συνείδηση καθότι αυξάνεται η αντιληπτικότητα της ψυχής. Ο διαχωρισμός μεταξύ των δύο προαναφερθέντων καταστάσεων, μεταξύ δηλαδή του αιώνιου και του εφήμερου, του καθαρού και του ακάθαρτου, της αλήθειας και της ειδωλολατρίας, δύναται να γίνει μόνο με την ικανότητα της διάκρισης. Όχι της διανοητικής αλλά της πνευματικής που προέρχεται από την ψυχή. Με την εκδήλωση αυτής της ικανότητας, ο άνθρωπος τίθεται ουσιαστικά μεταξύ δύο οδών και καλείται να αποφασίσει ποια από τις δύο να ακολουθήσει. Την οδό της αρετής ή την οδό της κακίας. Να επιλέξει μεταξύ της ευλογίας ή της κατάρας. Κατά την παράδοση, με την εκδήλωση αυτής της ικανότητας στέλνεται ένα μήνυμα στην ψυχή από τον πνευματικό κόσμο που την καλεί να εγερθεί, όπως ο άσωτος υιός του Ευαγγελίου, να απαρνηθεί τον μάταιο αυτό κόσμο και να πάρει το δρόμο της επιστροφής προς την ουράνια κατοικία της, προς την οικία του Πατρός. Κατά τους σοφούς ραβίνους, με το μήνυμα αυτό επιδιώκεται η συνειδητοποίηση της ψυχής στις εξής πραγματικότητες:

«Κύριος ο Θεός είναι ο ηγεμών αυτού και του μέλλοντος κόσμου. Όλα τα όντα εξαρτώνται από Αυτόν ενώ το άλλο, η πλευρά του ακάθαρτου, έχει κυριαρχία μόνο σε αυτό τον κόσμο και καμιά απολύτως στον άλλο. Και ως εκ τούτου, αυτός που προσκολλάται στο αιώνιο, έχει ένα μερίδιο σε αυτόν και μέλλοντα κόσμο. Εκείνος όμως που προσκολλάται στην πλευρά του ακάθαρτου (δηλαδή της υλικότητας), χάνεται από αυτό τον κόσμο και δεν έχει καθόλου μερίδιο στον μέλλοντα (δηλαδή της πνευματικότητας).Έχει εντούτοις ένα μερίδιο στον κόσμο του ακάθαρτου, καθότι το άλλο εκείνο βασίλειο, της ειδωλολατρίας, κατέχει αναρίθμητους απεσταλμένους δια των οποίων ασκεί εξουσία σε αυτό τον κόσμο. Είναι, ως εκ τούτου, αρμόζον στον άνθρωπο να μένει μακριά από την πλευρά του ακάθαρτου ούτως ώστε να κερδίσει αυτόν και τον μέλλοντα κόσμο. Έτσι υπάρχουν δύο πλευρές. Η μία της μακαριότητας και η άλλη της κατάρας, η μία της αφθονίας και η άλλη της πενίας, εκάστη αντιτιθέμενη της άλλης. Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπο να είναι ο συνδυασμός αυτών των δύο. Ευτυχής ο άνθρωπος που είναι προσεκτικός, ώστε να βαδίζει επάνω στην οδό της αλήθειας και να προσκολλάται στον Κύριό του. Το κακό που είναι ταυτόσημο με την αριστερά, εναγκαλίζεται τα ειδωλολατρικά σώματα και έχει τοποθετηθεί επί της πλευράς των και έτσι μολύνονται από αυτό».

Πνευματικότητα είναι η επιλογή του ουσιώδους και η απόρριψη του μη ουσιώδους. Και αυτή είναι μια εσωτερική διαδικασία και όχι απλά διανοητική. Ο Κρισναμούρτι απέρριπτε σαν μη πραγματικό καθετί που είναι δημιούργημα της σκέψης και έλεγε ότι, η συλλογή με νοημοσύνη των ουσιωδών και η απόρριψη των επουσιωδών, όταν με νοημοσύνη εξάγουμε το ουσιώδες, που είναι ο αληθές, το πραγματικό, το αφομοιώνουμε και το ζούμε. Πολλοί είναι εκείνοι που θα διερωτηθούν. Πώς είναι δυνατόν να μισήσει κανείς τη ζωή αφού όλα είναι παραδέχονται ότι η ζωή είναι το πιο ιερό πράγμα; Η διαφορά είναι ότι οι μυημένοι δεν αναφέρονται σε αυτή καθαυτή τη ζωή, την άμορφη ουσία της, αλλά σε αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν πως είναι ζωή και που, κατά τον εσωτερισμό, είναι θάνατος.

Εν προκειμένω, ο Κρισναμούρτι επεσήμανε ότι η ζωή του ανθρώπου είναι ένα συνεχής αγώνας. Διαμάχη, πόνος, χαρά, ευχαρίστηση, αγωνία, μοναξιά, κατάθλιψη και δουλειά, δουλειά, δουλειά, μόχθος για τους άλλους ή τους εαυτούς μας. Εγωκεντρικοί και, ίσως, κατά καιρούς γενναιόδωροι, φθονεροί, θυμωμένοι, άλλοτε προσπαθώντας να καταπιέσουμε το θυμό μας και άλλοτε αφήνοντας τον αχαλίνωτο κλπ. Αυτό ονομάζουμε ζωή. Δάκρυα, γέλια, λύπη και λατρεία προς κάτι που εμείς επινοήσαμε και ζούμε με ψέματα, αυταπάτες, μίσος. Όλα μας κουράζουν, τα βαριόμαστε, τα βρίσκουμε ανόητα. Αυτό είναι η ζωή μας. Η ζωή όλων των ανθρώπων πάνω στη γη που ελπίζουν να ξεφύγουν από όλα αυτά. Αυτή η διαδικασία της λατρείας, της αγωνίας, του φόβου, συνεχίζεται από την αρχαιότητα έως τώρα. Ο μόχθος, ο αγώνας, ο πόνος, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, η χαρά, το γέλιο, όλα αυτά αποτελούν μέρος της ύπαρξής μας.

Αυτή η πλευρά της ζωής που είναι καθαρά υλιστική, αντιμάχεται την πνευματικότητα. Αυτό το είδος ζωής, που στην πραγματικότητα μοιάζει με κόλαση, μας κάνει ο πνευματικός κόσμος να απορρίψουμε, να απαρνηθούμε και να μισήσουμε, αν θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι παράδεισος, τι είναι αληθινή ζωή, τι είναι Θεός. Για να φθάσουμε στον υπερβατικό αυτό χώρο, θα πρέπει να αναπτύξουμε και να ασκούμε διαρκώς την ικανότητα της διάκρισης. Είναι το πρώτο από τα προσόντα που πρέπει να αποκτήσει ο υποψήφιος μαθητής της εσωτερικής φιλοσοφίας, όπως τονίζεται στο μικρό βιβλίο «Στα Πόδια του Διδασκάλου». Είναι η διάκριση ανάμεσα στο απατηλό και το πραγματικό, που οδηγεί τον άνθρωπο να εισέλθει στην Ατραπό. Μόνο με την ικανότητα αυτή, που είναι μια ιδιότητα του πραγματικού, θα μπορέσει ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει ότι είναι Θεός. Να φθάσει στο σημείο να θέλει ό,τι θέλει ο Θεός και όχι τα κατώτερα σώματά του (φυσικό, αστρικό, νοητικό), που είναι οι φορείς της κοσμικότητας. Μόνο με την ανάπτυξη αυτής της ικανότητας θα μπορέσει να επαληθεύσει, όχι θεωρητικά αλλά πραγματικά, δηλαδή να αισθανθεί βαθιά τα λόγια του Εκκλησιαστή: «Ματαιότητα ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότητα».

Τι είναι, σε τελική ανάλυση, η ματαιότητα; Δεν είναι η προσκόλληση του ανθρώπου στα εφήμερα που δίνει μια πρόσκαιρη ευχαρίστηση αλλά συνοδεύεται από το δίδυμο της, τη δυσαρέσκεια, όταν πρόκειται να τα χάσουμε; Δεν δίνουν, επομένως, τα εφήμερα την αιώνια χαρά. Πρέπει να φθάσει κανείς στο σημείο να διερωτηθεί όπως ο Εκκλησιαστής: «Τις ωφέλεια εις τον άνθρωπο εκ παντός του μόχθου αυτού, που μοχθεί υπό τον ήλιο;» Μόνο όταν προβληματιστεί κανείς κατ’ αυτό τον τρόπο θα αισθανθεί την ανάγκη να αρνηθεί τη δομή της υλιστικής κοινωνίας και να απομακρυνθεί έως όταν αποσπασθεί, που σημαίνει να ελευθερωθεί από τη δουλεία των εγκοσμίων. «Είδα», λέγει, «πάντα τα έργα τα γινόμενα υπό τον ήλιο και ιδού, τα πάντα ματαιότητα και θλίψη πνεύματος». Προφανώς τα είδε όχι με τους φυσικούς οφθαλμούς του αλλά τα διέκρινε εσωτερικά, με τον οφθαλμό της ψυχής. Με το είδος εκείνο, δηλαδή, του κοιτάγματος που υπαινίσσεται ο Κρισναμούρτι, που όταν υπάρξει, ελευθερώνεται ο άνθρωπος εσωτερικά. «Και παρατήρησα εγώ σε όλα τα έργα μου τα οποία έκαμα εις χείρας μου και ότι σε κάθε μόχθο, τον οποίο μόχθησα και ιδού, τα πάντα ματαιότητα και θλίψη πνεύματος και ουδέν όφελος υπό τον ήλιο».

Πρόκειται για το είδος εκείνο της παρατήρησης ή προσοχής, που ο Κρισναμούτρι ονόμαζε εσωτερική αντίληψη και που, όταν εκδηλωθεί, αφαιρούνται τα δεσμά της ψυχής. Όπως ο Κρισναμούρτι και ο Εκκλησιαστής, κάθε άλλο πεφωτισμένο πνεύμα απορρίπτει ολόκληρο το φάσμα της επίγειας ζωής, της υπό τον ήλιο ύπαρξης, της δραστηριότητας των κατώτερων υλιστικών φορέων. Διότι θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η έννοια της κοσμικότητας δεν είναι μόνο εξωτερική αλλά κατά βάση κυρίως εσωτερική. Είναι μια ψυχολογική κίνηση με κύριο μοχλό τη σκέψη-αίσθημα, που στη σύγχρονη ορολογία ονομάζεται άγχος. Αυτός που θα κατορθώσει να υπερβεί, να βγει έξω από το ρεύμα της κοσμικότητας ενώ ζει εντός του κόσμου, συνειδησιακά θα βρίσκεται  εκτός του κόσμου και δεν τον αγγίζει η θύελλα του κοινωνικού γίγνεσθαι, το σαρωτικό ποτάμι στο οποίο κολυμπούν όλοι οι άνθρωποι. Με άλλα λόγια, έχει μεταφερθεί εκτός του ψυχολογικού χώρου και δεν παρασύρεται από τις κοσμικές δραστηριότητες. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να υπάρξει το κοίταγμα, η παρατήρηση, η προσοχή. Πρέπει να γίνει κανείς ένας αετός, για να πετάξει και να βρεθεί σε μια διαφορετική διάσταση. Με άλλα λόγια, χρειάζεται το πέταγμα αυτό με τα φτερά της ψυχής. Διότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πέταγμα. Δεν θα μπορεί να πετάξει σα ιδεατά του ύψη, όπως ο γλάρος Ιωνάθαν, αλλά θα  πετάει χαμηλά όπως οι άλλοι γλάροι.

Είναι πολύ μεγάλο το φάσμα της εγκοσμιότητας, στο οποίο αναφέρεται ο Εκκλησιαστής και το οποίο καλύπτει όλη την υπό τον ήλιο μη πνευματική ζωή, ή αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν ζωή ενώ στην πραγματικότητα είναι θάνατος. Ένας όρος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εγκοσμιότητα υπό την εσωτερική έννοια, βέβαια. Αυτοί που προσκολλώνται στο κοινωνικό γίγνεσθαι θεωρούνται νεκροί επειδή ταυτίζονται με τα νεκρά πράγματα, σε αντίθεση με εκείνους που ακολουθούν την πνευματική οδό και κατατάσσονται στους ζώντες, διότι ταυτίζονται με τις αιώνιες αξίες. Αυτή την πλευρά της κατ’ επίφαση ζωής, απορρίπτουν και απαρνούνται οι μυημένοι. Όπως αναφέρεται στη βουδιστική παράδοση, οι ανόητοι εργάζονται προσκολλημένοι στα έργα τους ενώ ο σοφός εργάζεται χωρίς προσκόλληση. Κάνει την εργασία του χωρίς να ενδιαφέρεται για το αποτέλεσμα και χωρίς να προσδοκά ανταμοιβή. Που σημαίνει ότι δεν συμμετέχει ψυχολογικά, δηλαδή εργάζεται χωρίς την παρέμβαση του εγώ, της προσωπικότητας, της εγωκεντρικής οντότητας, του αυτοσυνείδητου ή, όπως αλλιώς θέλουμε να ονομάσουμε το κέντρο που δημιουργεί σκότος, που είναι η αιτία της πλάνης και που, όπως έλεγε ο Κρισναμούρτι, έχει διαμορφωθεί από τη σκέψη.

Η εγκοσμιότητα λοιπόν συνδέεται άμεσα με αυτό το κέντρο. Εύκολα εξάγεται το συμπέρασμα ότι αν δεν εξαλειφθεί αυτή η τεχνητή οντότητα, δεν μπορεί ο άνθρωπος να ελευθερωθεί από τη δουλεία της.