την Πραγματικότητα αυτή σαν την ίδια την Ουσία του σύμπαντος που συνδέει και ενοποιεί το σύνολο των πραγμάτων και συμβάντων που παρατηρούμε. Οι Ινδουιστές την ονομάζουν Μπράχμαν, οι Βουδιστές Νταρμακάγια (σώμα του Όντος) ή Ταθάτα (Αυθυπαρξία) και οι Ταοϊστές Ταό. Αλλά η κίνηση, η ροή και η αλλαγή δεν αποτελούν μόνο τα χαρακτηριστικά διδάγματα των ανατολικών μυστικιστικών παραδόσεων. Τα ξαναβρίσκουμε στις διδασκαλίες των μυστικιστών όλου του κόσμου και όλων των εποχών. Στην αρχαία Ελλάδα ο Ηράκλειτος διακήρυξε πως «τα πάντα ρει», και παρομοίασε τον κόσμο με την Αιώνια Φωτιά. 

Στην Ινδική φιλοσοφία όλοι οι όροι που χρησιμοποιούνται διαθέτουν δυναμικό περιεχόμενο. Η λέξη Μπράχμαν, για παράδειγμα, προέρχεται από τη σανσκριτική ρίζα «βριχ» που σημαίνει αναπτύσσομαι, και με τον τρόπο αυτό υπογραμμίζει το δυναμικό και ολοζώντανο χαρακτήρα της απώτερης Πραγματικότητας. Σύμφωνα με τα λόγια του Σουάμι Ραντακρισνάν «ο όρος Μπράχμαν σημαίνει ανάπτυξη, εναλλαγή, διαδοχή, κίνηση και πρόοδος». Οι Ουπανισάντ περιγράφουν το Μπράχμαν σαν κάτι το «αδιαμόρφωτο, αθάνατο και αεικίνητο» (Brihadaranyaka Up. 2.3.3), αναγνωρίζοντας πως η αέναη κίνησή του, του επιτρέπει να εκδηλώνεται ασταμάτητα σε απειράριθμες μορφές. Η Ριγκ Βέδα χρησιμοποιεί έναν άλλο όρο για να εκφράσει τα δυναμική φύση του σύμπαντος, τον όρο «Ρίτα». Η λέξη προέρχεται από τη ρίζα «ρι» που σημαίνει κινούμαι. Η αρχική έννοια της λέξης στο κείμενο της Ριγκ Βέδα ήταν «πηγή των πάντων» και «τάξη της Φύσης». 

Η Ρίτα παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στις Βεδικές παραδόσεις και συνδέεται με το σύνολο των Ινδουιστικών θεών. Οι σοφοί Βραχμάνοι που έγραψαν τις Βέδες δεν συνέλαβαν την τάξη της Φύσης σαν στατικό θεϊκό νόμο αλλά σαν δυναμική αρχή που διαποτίζει τα πάντα μέσα στο σύμπαν. Η Βεδική αρχή της Ρίτα αντιστοιχεί στην ιδέα του Κάρμα. Μιας έννοιας που αναπτύχθηκε αργότερα για να εκφράσει τη δυναμική αλληλουχία όλων των πραγμάτων. Η λέξη Κάρμα σημαίνει δράση και υπογραμμίζει το «δραστήριο» και «δυναμικό χαρακτήρα της αλληλοεξαρτώμενης σχέσης όλων των φαινομένων». Γράφει σχετικά η Μπαγκαβάτ Γκιτά (8.3):

«Όλες οι δράσεις πραγματοποιούνται μέσα στο χρόνο χάρη στην αλληλουχία των φυσικών δυνάμεων»
Με αυτό τον τρόπο το Κάρμα έγινε η αέναη αλυσίδα του αίτιου και του αποτελέσματος στα πλαίσια της ανθρώπινης ζωής. Ο Ινδουισμός ανακάλυψε πολλούς τρόπους για να εκφράσει τη δυναμική φύση του σύμπαντος μέσα από τις αλληγορίες των μύθων. Έτσι ο Κρίσνα λέει στην Γκιτά (3,24):
«Αν δεν αναλάβω δράση ο Κόσμος θα χαθεί»

Η εικόνα του κόσμου που προτείνει ο Ινδουισμός είναι οργανική, αναπτυσσόμενη, ρυθμική  και αεικίνητη. Πρόκειται για ένα κόσμο ρευστό, διαρκώς μεταβαλλόμενο. Όλες οι στατικές μορφές υπάγονται στο κεφάλαιο της Μάγια, δηλαδή της πλάνης και της αυταπάτης. Ο Σίβα, ο Κοσμικός Χορευτής, αποτελεί με την προσωπικότητα και τον ασταμάτητο χορό του την ιδανικότερη ενσάρκωση του συμπαντικού δυναμισμού. Η ιδέα του Σύμπαντος που εκρήγνυται, αναπτύσσεται και επανεκρήγνυται μέσα σε ασύλληπτα πλαίσια χώρου και χρόνου,  δεν είναι καινούργια. Την ξαναβρίσκουμε στην Ινδική μυθολογία. Οι Ινδουιστές αναγνωρίζοντας, όπως είπαμε και πριν, πως το σύμπαν είναι ένα παλλόμενο και ρυθμικά κινούμενο σύνολο, ανέπτυξαν εξελικτικές κοσμολογίες που συμφωνούν σε πολλά σημεία με τις σύγχρονες επιστημονικές θεωρίες. 

Μια από τις κοσμολογίες αυτές βασίζεται στον Ινδικό μύθο της «Λίλα» – του θεϊκού παιχνιδιού – όπου το Μπράχμαν μεταμορφώνεται και παίρνει την όψη του σύμπαντος. Η «Λίλα» είναι ένα ρυθμικό παιχνίδι που επαναλαμβάνεται σε αναρίθμητες περιόδους. Σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού, το ένα γίνεται πολλά και τα πολλά πάλι ένα. Στη Μπαγκαβάτ Γκιτά (9.7-10) ο Κρίσνα αναφέρεται στο ρυθμικό παιχνίδι της δημιουργίας και το περιγράφει με τα παρακάτω λόγια:

«Στο τέλος της νύχτας του χρόνου όλα τα πράγματα επιστρέφουν στη φύση μου. Και όταν αρχίσει η καινούργια μέρα, τα ξαναφέρνω στο φως. Έτσι, χάρη στη φύση μου προβάλλω τις διαδοχικές δημιουργίες που διαρκούν κυκλικά μέσα στο χρόνο. Ωστόσο δεν δεσμεύομαι από το έργο της δημιουργίας. Εγώ είμαι εγώ, και παρακολουθώ τη δράση των έργων μου. Παρατηρώ τη διαδικασία των έργων σε κάθε δημιουργία μου. Βλέπω την κίνηση, επιβλέπω την αδράνεια. Κι έτσι συμπληρώνονται ο ένας μετά τον άλλον οι κύκλοι της ύπαρξης και της ανυπαρξίας του κόσμου.»

Οι Ινδοί φιλόσοφοι δεν δίστασαν να ταυτίσουν το ρυθμικό παιχνίδι του θεού με την εξέλιξη του κόσμου, ιδωμένο σαν σύνολο. Υποστήριξαν πως το σύμπαν επεκτείνεται και συμπτύσσεται (αποσύρεται) κατά περιόδους (Μανβαντάρα και Πραλάγια) – κάτι που πολύ αργότερα υιοθέτησε και ανέλυσε η Ε.Π.Μπλαβάτσκυ στη «Μυστική Διδασκαλία», το 1889 – και ακόμα έδωσαν την ονομασία «Κάλπα» στο φανταστικό διάστημα του χρόνου που μεσολαβεί μεταξύ της αρχής και του τέλους κάθε δημιουργίας. Τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι Δυτικοί επιστήμονες με πολύ δυσκολότερο τρόπο κατέληξαν στα ίδια συμπεράσματα, σε αυτά δηλαδή που υποστήριξαν μέσα από τις αλληγορίες των μύθων οι σοφοί Ινδουιστές. Ο Φορντ, ένας σύγχρονος φυσικός, σε μια περιγραφή ενός διαγράμματος των σωματιδίων αναφέρει:

«Όσο και αν φαίνονται απίστευτα, είναι πραγματικά. Κάθε πρωτόνιο ακολουθεί τη σειρά του, το χορό της δημιουργίας και της καταστροφής»

Ο χορός του θεού

Ένα πολύ όμορφο παράδειγμα γύρω από την εικόνα αυτού του χορού και του ρυθμού μάς δίνει η Αλεξάνδρα Ντέιβιντ Νελ στο Θιβετιανό ημερολόγιό της, όπου περιγράφει τον τρόπο που συνάντησε έναν Λάμα που της παρουσιάστηκε σαν «άρχοντας του ήχου» και της εξήγησε τον τρόπο να «βλέπει» την ύλη. Λέει ο Λάμα:

«Όλα τα πράγματα είναι συγκεντρώσεις ατόμων που χορεύουν και που χάρη στο χορό τους παράγουν ήχους. Όταν ο ρυθμός ενός χορού αλλάζει, τότε και ο ήχος υποβάλλεται σε αλλαγές. Κάθε άτομο τραγουδά συνέχεια το τραγούδι του και ο ήχος κάθε λεπτό δημιουργεί λεπτές κι ευαίσθητες μορφές.» 
Αυτή η αλληγορία του κοσμικού χορού βρήκε τη βαθύτερη έκφρασή της στον Ινδουισμό με την εικόνα του θεού χορευτή Σίβα (Shiva Nataraja). Ο Σίβα είναι ο θεός που η λατρεία του είναι η πιο διαδεδομένη στην Ινδία. Σε μία από τις γνωστότερες ενσαρκώσεις του εμφανίζεται συμβολικά ως βασιλιάς των χορευτών. Οι Ινδοί μπάκτας πιστεύουν πως κάθε εκδήλωση ζωής αποτελεί ένα τμήμα της μεγάλης ρυθμικής εναλλαγής ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή, ανάμεσα στο θάνατο και την αναγέννηση. Ο χορός του θεού Σίβα συμβολίζει ακριβώς αυτό τον αιώνιο ρυθμό του θανάτου και της ζωής που επαναλαμβάνεται ασταμάτητα χωρίς τέλος. Γράφει σχετικά ο Ανάντα Κουμαρασβάμι στο έργο του «Ο Χορός του Σίβα»:

«Κατά τη νύκτα του Μπράχμαν, η Φύση παραμένει αδρανής μέχρι να το θελήσει ο Σίβα. Ξάφνου σηκώνεται εκστατικός και αρχίζει να χορεύει. Ο χορός του στέλνει παλμικά  κύματα που διαπερνούν την αδρανή ύλη. Η ύλη αρχίζει να χορεύει στο ρυθμό του θεού. Με το χορό του ο Σίβα τροφοδοτεί όλα τα φυσικά και υλικά φαινόμενα. Στο πλήρωμα του χρόνου συνεχίζει να χορεύει αλλά αυτή τη φορά ο χορός του θεού καταστρέφει όλες τις μορφές με τη φωτιά,  και δίνει και πάλι την ευκαιρία στην ύλη να αναπαυτεί. Πρόκειται ίσως για μια ποιητική εικόνα αλλά καμιά άλλη ποιητική εικόνα στον κόσμο δεν περιέχει τόση σοφία, τόση αλήθεια.»

Ο χορός του Σίβα δεν συμβολίζει μόνο τους κοσμικούς κύκλους της δημιουργίας και της καταστροφής αλλά τον καθημερινό ρυθμό της ζωής και του θανάτου που, σύμφωνα με τον Ινδικό Μυστικισμό, αποτελεί τη βάση κάθε  μορφής ύπαρξης. Ο Σίβα με το χορό του μας θυμίζει πως η ανεξάντλητη ποικιλία των μορφών του κόσμου είναι «Μάγια», μια πρόσκαιρη και διαρκώς εναλλασσόμενη ψευδαίσθηση, που τις δημιουργεί και τις εξαφανίζει αλλάζοντας κάθε τόσο ρυθμό. Γράφει σχετικά ο Χάινριχ Τσίμμερ:

«Οι χειρονομίες του, γεμάτες δύναμη και χάρη, σκορπούν ολόγυρα την κοσμική ψευδαίσθηση. Τα πόδια του, τα χέρια, το φιδωτό κορμί του, μέσα στην ασταμάτητη κίνησή τους εξασφαλίζουν τη συνεχόμενη δημιουργία και καταστροφή των κόσμων, όπου ο θάνατος εξισώνεται με την ελπίδα για μια νέα δημιουργία.»

Η απεικόνιση του θεού

Οι Ινδοί καλλιτέχνες του 12ου αιώνα δημιούργησαν υπέροχα μπρούτζινα αγάλματα του Σίβα όπου τον παρουσίαζαν να χορεύει. Η έκφραση του αγάλματος δεν είναι τυχαία. Κάθε του τμήμα αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερη αλληγορία. Στην Ινδία, η χρήση της συμβολικής απεικόνισης επεκτείνεται σε κάθε λεπτομέρεια της εικόνας μιας θεότητας, Οι τοπικές χειρονομίες τις οποίες συνηθίζουν οι θεοί, ονομάζονται μούντρας και αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία των ιερών χορών. Αυτές οι χειρονομίες θεωρούνται  φορείς δύναμης. Οι πιο συνηθισμένες είναι η αμπάγια μούντρα που σημαίνει «μη φοβάσαι», και η βαράντα μούντρα που σημαίνει την «παραχώρηση μιας χάρης». Με αυτό τον τρόπο κάθε στοιχείο της εικόνας μιας θεότητας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν είναι απλά ένα ωραίο αντικείμενο αλλά μια πολύπλοκη έκφραση: 
«Η εικόνα μιας θεότητας είναι απλά μια ομάδα συμβόλων και κανένα στοιχείο της μορφής της δεν πρέπει να είναι αποτέλεσμα της υποκειμενικότητας ή της εφευρετικότητας ενός καλλιτέχνη. Κάθε ιδιαιτερότητα της στάσης, της έκφρασης ή των διακοσμητικών στοιχείων έχει ιδιαίτερη σημασία και έχει δημιουργηθεί ώστε να αποτελεί ένα κατάλληλο αντικείμενο για διαλογισμό.»
(Α. Ντανιέλου, Ινδουιστικός Πολυθεϊσμός)

Όπως ο Βισνού έτσι και ο Σίβα, όταν θεωρείται ο ύψιστος θεός εμπεριέχει και τις τρεις λειτουργίες της Τριμούρτι. Δηλαδή του Μπράχμα ή Θείου Δημιουργού, του Βισνού ή προστάτη του Σύμπαντος, και του Σίβα που είναι η αρχή εκείνη η οποία, απομακρυσμένη από τον κόσμο τον υπερβαίνει, και κατά αυτή την έννοια γίνεται η αιτία της καταστροφής του. Και ο Σίβα έχει τέσσερα χέρια για να δηλώσει την οικουμενικότητά του. Με το επάνω δεξί χέρι του κρατά ένα μικρό τύμπανο. Το τύμπανο αντιπροσωπεύει τον ήχο που ταυτίζεται με τη δημιουργία (τον πρώτο ήχο της δημιουργίας). Σύμφωνα με την Ινδουιστική σκέψη, ο ήχος – είτε ως ομιλία (vach) και κατά συνέπεια, ευφυΐα και ικανότητα διάκρισης, ή απλώς σαν μια δόνηση – είναι αυτός μέσα στον οποίο ό,τι υπάρχει παίρνει ζωή. Ο ήχος είναι μια δόνηση και μπορούμε να πούμε ότι η ύλη αποτελείται από δονήσεις. Η ακοή είναι η τελευταία επαφή μας με τον κόσμο όταν χάνουμε τις αισθήσεις μας και η πρώτη όταν συνερχόμαστε. Ο ρυθμός που παράγει ο Σίβα όταν κτυπά τον τύμπανό του είναι ο ρυθμός της καρδιάς του Σύμπαντος – ο ρυθμός των ουρανίων σωμάτων, ο ρυθμός της δημιουργίας και της καταστροφής, ο ρυθμός κάθε είδους ζωής. Με αυτό τον αρχέγονο ρυθμό χορεύει ο Σίβα και όλα τα όντα γεννιούνται και πεθαίνουν. 

Το επάνω αριστερό του χέρι βαστάει τη φλόγα, το σύμβολο της καταστροφής του κόσμου και του Σίβα στην πιο χαρακτηριστική του λειτουργία ως καταστροφέα των Μορφών. Είναι η φλόγα του Χώρου της αποτέφρωσης, το σύμβολο εκείνων που «πεθαίνουν» επάνω στη γη. Στην Ινδία, εκείνοι που έχουν απαρνηθεί τα εγκόσμια φορούν ενδύματα του χρώματος της φλόγας. Η φλόγα είναι επίσης το σύμβολο της μεταμόρφωσης, διότι μόνο η μορφή είναι αυτό που καταστρέφεται και η πραγματικότητα που της δίνει ζωή (και φαίνεται ότι περιορίζεται από αυτήν) απελευθερώνεται. Η φλόγα που κρατά ο Σίβα έχει έναν εξαιρετικά θετικό χαρακτήρα. Είναι η φλόγα που κατακαίει τους περιορισμούς της εξατομικευμένης (πεπερασμένης) ύπαρξης, καθώς το εξαγνισμένο πνεύμα υψώνεται στο άπειρο. Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο επάνω χέρια αντιπροσωπεύει τη δυναμική ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία και την καταστροφή του κόσμου, που επισφραγίζεται από την ήρεμη έκφραση του προσώπου του θεού, όπου η πολικότητα της δημιουργίας και της καταστροφής χάνει τη σημασία της. 

Ο χορός του Σίβα αγκαλιάζει τα πάντα και περιλαμβάνει τις διαδικασίες της ζωής όπως και της υπέρβασης. Όπως τα δύο επάνω χέρια του Σίβα Ναταράτζα συμβολίζουν τη δημιουργία και την καταστροφή – ή την αποκάλυψη και τη λύτρωση – έτσι και το κάτω δεξί χέρι σηκώνεται σε μια θεϊκή χειρονομία που σημαίνει «μη φοβάσαι» (αμπάγια μούντρα), τη χειρονομία της προστασίας, της προφύλαξης και της ειρήνης. Εδώ βλέπουμε ότι ο Σίβα έχει αφομοιώσει τα χαρακτηριστικά του Βισνού. Γύρω από αυτό το χέρι του (και συχνά γύρω από το λαιμό του) είναι τυλιγμένη μια κόμπρα. Τα φίδια, από τα αρχαιότερα χρόνια ταυτίζονται με τη γη και τη γονιμότητα και συνδέονται πάντα με τις θεότητες που έχουν σχέση με τη συνέχεια της ζωής. Τα τρία χέρια που έχουμε ήδη αναφέρει αντιπροσωπεύουν τις τρεις όψεις της κοσμικής διαδικασίας – τη δημιουργία, τη διατήρηση και την μεταμόρφωση ή διάλυση. Αυτές οι τρεις λειτουργίες συνδέονται με το πεπρωμένο του ατόμου μέσω του τέταρτου χεριού του, που περνά εμπρός από το σώμα του Σίβα και δείχνει προς τα κάτω στο ανασηκωμένο πόδι, συμβολίζοντας τη λύτρωση από την ψευδαίσθηση της Μάγια. 

Αυτή η χειρονομία που ονομάζεται γκάτζα-χάστα μούντρα παρομοιάζεται με την προβοσκίδα ή «το χέρι» ενός ελέφαντα, και υπενθυμίζει τη λατρεία των Ινδών στο γιο του Σίβα, τον λαοφιλή θεό με κεφάλι ελέφαντα, τον Γκανέσα. Ο Γκανέσα είναι «εκείνος που παραμερίζει τα εμπόδια» και η χειρονομία γκάτζα-χάστα μούντρα φανερώνει το έλεος και την εύνοια του θεού, ο οποίος με αυτό τον τρόπο δείχνει στους ανθρώπους το δρόμο της λύτρωσης (απελευθέρωσης). Ο πιστός πιστεύει ότι κατευθύνοντας τη λατρεία του προς αυτό το πόδι, θα ελκύσει την εύνοια του Σίβα και θα επιτύχει τη λύτρωσή του, που συμβολίζεται από τη φλόγα που κρατά ψηλά ο θεός. Ενώ το αριστερό του πόδι δείχνει τη θετική όψη της Μόκσα (απελευθέρωσης), το δεξιό δείχνει την αρνητική. Πατάει επάνω στο σώμα ενός ξαπλωμένου νάνου (δαίμονα), το σύμβολο της άγνοιας του ανθρώπου που πρέπει να κατανικηθεί για να έρθει η απελευθέρωση. Είναι ο «άνθρωπος-λήθη», η λήθη τόσο του θεού όσο και της πνευματικής φύσης  του Ανθρώπου. 
Ολόκληρη η απεικόνιση του Σίβα Ναταράτζα στηρίζεται επάνω στην ουσιαστική κατάκτηση της αρχής της Άγνοιας, που είναι η βάση επάνω στην οποία οικοδομούνται τα πάντα. Ο Σίβα Ναταράτζα συνδέεται ειδικά με τη Ν. Ινδία και οι έννοιες που αναφέραμε περιλαμβάνονται σε ένα αρχαίο κείμενο των Ταμίλ που απευθύνεται στον Σίβα:

«Ω Κύριέ μου, το χέρι Σου που κρατά το ιερό τύμπανο δημιούργησε και έβαλε τάξη στους ουρανούς και στη γη, και στους άλλους κόσμους και στις αναρίθμητες ψυχές. Το ανασηκωμένο σου χέρι προστατεύει την ενσυνείδητη και την ασυνείδητη τάξη της δημιουργίας Σου. Όλοι αυτοί οι κόσμου έχουν μεταμορφωθεί από το χέρι Σου που κρατά τη φωτιά. Το ιερό πόδι Σου που στερεώνεται στη γη, προσφέρει μια κατοικία στις κουρασμένες ψυχές που αγωνίζονται μέσα στον κυκεώνα της σχέσης αίτιου και αιτιατού. Το σηκωμένο πόδι Σου χαρίζει αιώνια ευδαιμονία σε εκείνους που σε πλησιάζουν.»
Αυτά είναι τα μέλη του χορευτή θεού Σίβα που αστράφτει μέσα στον αέναο χορό του Κόσμου, όταν οι φτέρνες των ποδιών του κτυπούν στους μεγάλους και μικρούς ρυθμούς του σύμπαντος. Επάνω από τα μέλη του, σε θαυμαστή ισορροπία, στέκει το κεφάλι του με τα μακριά μαλλιά που απλώνονται προς τα πίσω ακολουθώντας το ρυθμό του χορού. Θα χρειαζόταν πολύ χρόνο για να αναφερθούμε στον πολλαπλό συμβολισμό αυτών των μαλλιών ανάμεσα στα οποία είναι μπλεγμένα ένα κουλουριασμένο φίδι, ένα κρανίο, ο ποταμός Γάγγης με τη μορφή μιας γοργόνας, μια ημισέληνος και ένα στεφάνι από φύλλα κασσία. Όμως αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι το πρόσωπο του Σίβα. Αυτό το πρόσωπο στο κέντρο, ακίνητο επάνω από τα κινούμενα μέλη, απαθές σαν μάσκα, είναι τόσο απόμακρο και μυστηριώδες. Μόνο ένα αδιόρατο χαμόγελο πλανιέται στα χείλη του. Είναι το πρόσωπο του Μεγάλου Γιόγκι (Μάχα Γιόγκι), εκείνου που γνωρίζει το μεγάλο κρυφό μυστικό της δημιουργίας.

Η αντίθεση ανάμεσα στο ακίνητο πρόσωπο και τα μεγάλα αεικίνητα μέλη με τα ανεμίζοντα μαλλιά, εκφράζει την αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού εαυτού και του κόσμου του αεικίνητου πνεύματος. Εδώ, τελείως ακίνητος στο κέντρο του χορού στέκεται ο πανταχού παρών εαυτός. Ακίνητος που κινεί τα πάντα, το σταθερό σημείο το κέντρο ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου κόσμου. Σύμφωνα με τα λόγια του Κουμαρασβάμι:
«Ο χορός του Σίβα είναι η καθαρότερη εικόνα της δραστηριότητας του θεού όπως την ένιωσε κάθε τέχνη και θρησκεία»
Ο θεός γίνεται η προσωποποίηση του Μπράχμαν και η κίνηση που αντιπροσωπεύει τις αναρίθμητες εκφράσεις του μέσα στον κόσμο. Ο χορός του Σίβα είναι το σύμπαν που χορεύει, η ασταμάτητη ροή ενέργειας μέσα από την ανεξάντλητη ποικιλία των προτύπων που η ίδια γεννά, διατηρεί και καταστρέφει ασταμάτητα.

(Πηγές: Α.Κ.Coomaraswamy – The Dance of Shiva, H.Zimmer – Myths and Symbols in Indian Art and Civilization, A. David Neel – Tibetan Journey, Stephen Gross – Hinduism, Swami Harshananda – Hindu Gods and Goddesses, Ριγκ Βέδα, Μπαγκαβάτ Γκιτά, Μπριχανταράνιακα Ουπανισάντ, Ε.Π.Μπλαβάτσκυ – Μυστική Διδασκαλία)