Η άσκηση του πνευματισμού, με διαφόρους τρόπους και μεθόδους, ανάγεται στα πολύ παλαιά χρόνια. Τον περασμένο αιώνα πήρε την νεώτερη μορφή του, όπου δίπλα στις αφελείς και απλοϊκές πνευματιστικές συνεδριάσεις έχουμε την σοβαρή επιστημονική έρευνα.

Ο πειραματικός πνευματισμός στηρίζει την άσκησή του σε ένα θεωρητικό υπόβαθρο που, όμως, για έναν αποκρυφιστή είναι αρκετά σαθρό. Η Θεοσοφία δεν αρνείται την ύπαρξη των διαφόρων πνευματιστικών φαινομένων, έχει όμως διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ερμηνεία και προέλευσή τους. Οι πνευματιστές πιστεύουν ότι τέτοια φαινόμενα οφείλονται αποκλειστικά ή, τουλάχιστον, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, στα πνεύματα των νεκρών. Η Θεοσοφία διδάσκει ότι οι νεκροί μπορούν να επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους μόνο με υποκειμενικά μέσα. Αν συμβαίνουν αντικειμενικές παρουσίες, αυτές οφείλονται στο φάντασμα του σώματος που είχε ο νεκρός. Η Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ έλεγε: «εκείνο που έχω καταλάβει είναι ότι κατά την γνώμη των πνευματιστών, τα πνευματιστικά φαινόμενα οφείλονται στο μετενσαρκούμενο ‘εγώ’, στην πνευματική και αθάνατη ατομικότητα. Εμείς όμως αποκλείουμε ολότελα αυτή την εκδοχή. Η συνειδητή ατομικότητα των άσαρκων δεν μπορεί να υλοποιηθεί, ούτε μπορεί να κατέβη από το νοητικό πεδίο Ντεβαχάν στην περιοχή της γήινης πραγματικότητας.»

Για να μπορέσουμε όμως να δούμε με ευρύτερο και πιο κριτικό πνεύμα αυτές τις δηλώσεις, θα πρέπει να έχουμε μια ιδέα για τους κόσμους που σχετίζονται με αυτές.  Ας δούμε λοιπόν με λίγα λόγια, τι συμβαίνει συνήθως ύστερα από τον φυσικό θάνατο. Το Εγώ, αφού αποχωριστεί από το φυσικό σώμα, το αιθερικό και την ζωική ενέργεια (πράνα), μεταβαίνει μαζί με το αστρικό σώμα και την ανώτερη τριάδα (μάνας-μπούντι-Άτμα, νου-νοημοσύνη-Πνεύμα) στο Κάμα Λόκα ή αστρικό πεδίο. Εκεί θα παραμείνει όσο χρειάζεται για να διαχωριστεί το αστρικό σώμα από τις ανώτερες αρχές του ανθρώπου, που θα ακολουθήσουν τον δρόμο για το Ντεβαχάν όπου θα παραμείνουν μέχρι την νέα ενσάρκωση του Εγώ στην Γη. Ένα τμήμα όμως του κατώτερου νοητικού (κατώτερο μάνας) δεν κατορθώνει να διαφύγει και φυλακίζεται μέσα στο αστρικό σώμα. Αυτή η παραμένουσα αστρο-νοητική οντότητα αποκαλείται «σκιά».

Η σκιά δεν είναι το πραγματικό άτομο, αφού αυτό έχει εισέλθει πλέον στον ουράνιο κόσμο. Διατηρεί όμως κάποια συνειδητότητα, αν και πολύ περιορισμένη, που του επιτρέπει να νομίζει ότι είναι αυτό τούτο το άτομο. Όταν οι σκιές χάσουν και τα τελευταία μόρια  νοητικής ύλης, πέφτουν στην κατάσταση του λεγόμενου στοιχειώδους ή κελύφους. Αυτά είναι αστρικά σώματα εν αποσυνθέσει, στερούμενα κάθε είδους συνειδητότητας και αντιλήψεως, έρμαια των αστρικών ρευμάτων. Σε αυτά τα κελύφη, που οι πνευματιστές εκλαμβάνουν σαν τα πραγματικά πνεύματα των νεκρών, οφείλεται ένα μεγάλο μέρος των πνευματιστικών φαινομένων.

Η τέταρτη αρχή του ανθρώπου (το αστρικό σώμα) είναι ο φορέας της θέλησης και της επιθυμίας, αλλά όχι η ίδια η θέληση. Πρέπει να είναι ενωμένη με το κυρίαρχο πνεύμα για να μπορέσει να εκφράσει αυτή την θέληση. Ό,τι και να είναι η τέταρτη αρχή εν ζωή, δεν είναι πια ικανή για ενεργό θέληση όταν αποσυνδεθεί από το πνεύμα. Όταν όμως ένα κέλυφος προσελκυστεί από τον μαγνητισμό ενός μέντιουμ, ζει μέσα στην αύρα του μια πρόσκαιρη δανεική ζωή. Έτσι, μπορεί να ομιλεί και να λογικεύεται διαμέσου του εγκεφάλου του μέντιουμ ή των άλλων τριγύρω. Μπορεί να επαναλαμβάνει μέχρις ένα βαθμό τις συνήθεις εκφράσεις του νεκρού ή το γραφικό του χαρακτήρα. Αυτά όμως δεν είναι παρά αυτόματες ενέργειες των σωματιδίων του κελύφους, που όταν ερεθιστούν τείνουν στην επανάληψη εθισμένων κινήσεων. Όταν, όμως, το κέλυφος εισέλθει στην αύρα ενός μέντιουμ, θα αντιληφθεί –όσα μπορεί να αντιληφθεί– περισσότερο ή λιγότερο καθαρά, μέσα από τις δανεισμένες αρχές/σώματα του μέντιουμ (κυρίως από το νοητικό του σώμα). Με αυτό τον τρόπο όμως δεν θα μπορέσει να φθάσει πέρα από όσο του επιτρέπουν οι αντιληπτικές ικανότητες του ίδιου του μέντιουμ, ή κάποιου από τους παρευρισκόμενους.

Έτσι εξηγούνται και οι συχνά λογικές και κάποτε πολύ έξυπνες απαντήσεις, αλλά και η κατά κανόνα απουσία ανακοινώσεων για πράγματα άγνωστα στο μέντιουμ ή στον πνευματιστικό κύκλο. Ας σημειωθεί ότι ένα κέλυφος που ζωογονείται όταν εισέρχεται στο ρεύμα ενός μέντιουμ και συνδέεται με την πέμπτη αρχή του (το νοητικό του), δεν είναι βέβαιο ότι η πρόσκαιρη συνειδητότητα που αποκτά αντιπροσωπεύει την προσωπικότητα του νεκρού από τον οποίο προήλθε το κέλυφος αυτό.  Μπορεί να αντικατοπτρίσει μια  άλλη προσωπικότητα, στην οποία παραμένει για λίγο μέχρις ότου κάποιο ρεύμα σκέψης του μέντιουμ ή κάποιου άλλου βρει την ηχώ του στις φευγαλέες εντυπώσεις του κελύφους. Έτσι η αίσθηση της ταυτότητάς του ταλαντεύεται από μία προσωπικότητα σε μια άλλη, μέχρι να γλιστρήσει και πάλι στον μωβ ωκεανό του αστρικού φωτός. Βέβαια, όλα τα πνευματιστικά φαινόμενα δεν οφείλονται σε αυτά τα κελύφη. Ένα πολύ μεγάλο μέρος τους προκαλείται από την δράση των λεγόμενων «στοιχειακών».

Τα στοιχειακά είναι ημι-συνειδητές οντότητες του αστρικού κόσμου που ανήκουν σε ένα τελείως διαφορετικό βασίλειο από το δικό μας και μπορούν να ακολουθούν ένα διαφορετικό σχέδιο εξέλιξης. Ο αστρικός κόσμος είναι μια απέραντη δεξαμενή στοιχειακής ουσίας, εκπληκτικά ευαίσθητης και στην πιο φευγαλέα ανθρώπινη σκέψη και δονείται αρμονική με την παραμικρή ανθρώπινη επιθυμία. Κάτω από την επιρροή μιας τέτοιας σκέψης ή επιθυμίας, ένα περιορισμένο μέρος της στοιχειακής ουσίας παίρνει μορφή ζώσα δύναμης. Γίνεται ένα ον, ένα στοιχειακό που η διάρκεια ζωής του εξαρτάται από την ένταση και την διάρκεια, ή την συχνότητα επανάληψης της ώθησης που το δημιούργησε. Μέσω της στοιχειακής ουσίας παράγονται πολλά από τα φυσικά φαινόμενα των πνευματιστικών συνεδριάσεων, καθώς και φαινόμενα Poltergeist, όπως κρότοι, κουδουνίσματα, πτώση λίθων, θραύση αντικειμένων κλπ. Το στοιχειακό δεν δρα μόνο του, δεν είναι παρά μια λανθάνουσα δύναμη που έχει ανάγκη μιας εξωτερικής ώθησης για να τεθεί σε κίνηση (*).

Στην περίπτωση των αυτοχείρων ή του βίαιου θανάτου ανθρώπων με κατώτερες επιθυμίες, η κατάσταση είναι λίγο διαφορετική. Εδώ, μια «επικοινωνία» είναι ευκολότερη αφού την επιζητούν οι ίδιοι οι νεκροί. Το κέλυφος έχει τώρα μεγαλύτερη συνειδητότητα αφού το κατώτερο νοητικό του νεκρού ανθρώπου είναι ακόμη στενά συνδεδεμένο με την υπόλοιπη προσωπικότητα, που παραμένει καθηλωμένη στα κατώτερα υποπεδία του αστρικού κόσμου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι προσωπικότητες των νεκρών προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις υλικές και γήινες επιθυμίες τους χρησιμοποιώντας τα σώματα και την ζωική ενέργεια των μέντιουμ, φθάνοντας μέχρι την πλήρη κατάληψή τους, πράγμα πολύ επικίνδυνο για τα μέντιουμ. Αν παρακολουθήσουμε την πορεία της ψυχής μετά και τον αστρικό θάνατο, θα αντιληφθούμε ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικά δυνατότητα επικοινωνίας ανάμεσα στους ζωντανούς και τα άσαρκα πνεύματα.

Όταν η ανώτερη τριάδα του ατόμου αποχωριστεί τελείως από το αστρικό και το κατώτερο νοητικό του σώμα, μεταπηδάει (ύστερα από κάποια διαδικασία) στο Ντεβαχάν (τόπο ανάπαυσης του εγώ). Εκεί όμως έχουμε μια εντελώς υποκειμενική κατάσταση γι’ αυτόν που την ζει και έτσι υπάρχουν πολύ λίγες δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των ζώντων και ενός πνεύματος, το οποίο έχει πλέον ολότελα απορροφηθεί από δικές του αισθήσεις και είναι απομονωμένο από τον κόσμο που έχει αφήσει πίσω του. Είναι δυνατόν, πάντως, σε ορισμένα πολύ ευαίσθητα άτομα, ιδίως όταν αυτά είναι αγνά, να έχουν οράματα του Ντεβαχάν, αν και αυτό συμβαίνει σπάνια, χωρίς οι οντότητες που παρατηρεί ο διορατικός της Γης να έχουν επίγνωση του τι συμβαίνει.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πνεύμα του διορατικού είναι εκείνο που ανέρχεται στην κατάσταση Ντεβαχάν, παρατηρώντας έτσι τις ζωντανές ψευδαισθήσεις της ζωής σε εκείνον τον κόσμο. Τότε έχουμε επικοινωνία μεταξύ «πνευμάτων» αλλά, βέβαια, είναι πολύ δύσκολο στον άπειρο διορατικό να αποτυπώσει σωστά αυτά που βλέπει και ακούει στο Ντεβαχάν. Η κατάσταση του Ντεβαχάν είναι μια ζωή αποτελεσμάτων και όχι αιτίων. Δεν είναι ζωή ευθύνης, δεν υπάρχουν σκέψεις ή πράξεις που να δημιουργούν κάρμα, καλό ή κακό. Είναι μια κατάσταση μακαριότητας, γι’ αυτό και δεν μπορεί κανείς εκεί να έχει επίγνωση των γήινων πραγμάτων. Δεν μπορεί να είναι παρατηρητής ή μέτοχος της δυστυχίας αυτού του κόσμου μας (**).

Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε δύο σπάνιες εξαιρέσεις σε αυτόν τον γενικό κανόνα της αδυναμίας επικοινωνίας με τα άσαρκα πνεύματα. Η πρώτη αφορά την περίπτωση ενός νεκρού που η ένταση της επιθυμίας του για επιστροφή του στην Γη, για κάποιο σοβαρό σκοπό, είναι τόσο μεγάλη, ώστε να συγκρατεί αφυπνισμένη την ανώτερη συνειδητότητα. Τότε πρόκειται πραγματικά για την ατομικότητα του αποθανόντος, που μπορεί να έλθει σε επικοινωνία με την Γη. Γενικά όμως, μετά τον θάνατο, το Πνεύμα πέφτει σε μια κατάσταση λήθαργου, σε αυτό που ονομάζουμε «προ-ντεβαχανική έλλειψη συνειδητότητας».

Η δεύτερη εξαίρεση αφορά τους Νιρμανακάγια. Είναι Μύστες που, αν και έχουν κερδίσει την Νιρβάνα, παραιτούνται από αυτήν παραμένοντας στην Γη σαν αόρατα πνεύματα, για να βοηθήσουν την ανθρωπότητα. Δεν έχουν υλικό σώμα αλλά διατηρούν όλα τα άλλα στοιχεία τους ή αρχές. Τέτοια όντα μπορούν να επικοινωνούν με μερικούς ανθρώπους (κυρίως τους μαθητές τους), όχι όμως με τα συνηθισμένα μέντιουμ. Ας δούμε όμως τι λέγει ο Διδάσκαλος Κ.Χ., σε μια επιστολή του σχετικά με την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών (TheMahatmaLetterstoA.P.Sinnett, TheTheosophicalPublishingHouse, London,Madras/India):

«Κάθε διαμάντι, κάθε κρύσταλλος, κάθε λουλούδι και αστέρι έχει πράγματι την δική του ψυχή όπως το ζώο και ο άνθρωπος. Υπάρχει μια ιεραρχία ψυχών, από τις κατώτερες μορφές ύλης έως την Ψυχή του Κόσμου. Είναι όμως μεγάλο λάθος αν πιστεύετε ότι τα πνεύματα των αναχωρησάντων βρίσκονται σε κατευθείαν επικοινωνία με ψυχές που είναι ακόμη συνδεδεμένες με κάποιο ανθρώπινο σώμα. Μόνη η σχετική θέση των κατοικημένων κόσμων στο ηλιακό σύστημα, θα απέκλειε κάθε τέτοια πιθανότητα. Γιατί πιστεύω ότι έχετε αποβάλλει την περίεργη ιδέα, πως είναι πιθανόν να υπάρχουν ‘ανθρώπινες’ διάνοιες που να κατοικούν ‘καθαρά πνευματικές’ περιοχές. Τότε θα καταλάβετε το λάθος των πνευματιστών, που αποκοιμίζουν τον εαυτό τους με την σκέψη ότι είναι δυνατόν να επικοινωνήσει μαζί τους και κάποιος άλλος εκτός από τους κατοίκους των δύο κόσμων που συνδέονται άμεσα με τον δικό μας. Όσο αιθερικά κ αι εξαγνισμένα κι αν είναι από την χονδροειδή ύλη τα αγνά πνεύματα, εξακολουθούν να υπόκεινται στους φυσικούς και παγκόσμιους νόμους της ύλης. Μπορούν να δεχθούν επισκέψεις ‘εν πνεύματι’ αλλά το  πνεύμα τους δεν μπορεί να κατέβη και να μας πλησιάσει. Ελκύουν αλλά τα ίδια δεν έλκονται γιατί η πνευματική τους πολικότητα αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο σε αυτή την κάθοδό τους.»

Σε άλλη επιστολή του, έγραφε πάλι ο Διδάσκαλος Κ.Χ.

«Αγαπητέ μου αδελφέ, η μεγάλη πλειονότητα των φυσικών φαινομένων που προκαλούν οι πνευματιστές, δεν οφείλονται στα πνεύματα αλλά στα κελύφη. Τα πνεύματα ενός μεγάλου ποσοστού καλών ανθρώπων που πεθαίνουν από φυσικό θάνατο, παραμένουν στην ατμόσφαιρα της Γης από μερικές ημέρες έως μερικά χρόνια, ανάλογα την ετοιμότητά τους να συναντήσουν όχι τον δημιουργό τους αλλά την δημιουργία τους. Γιατί όμως θα έπρεπε να επικοινωνούν τα πνεύματα; Αυτοί που αγαπάτε, επικοινωνούν αντικειμενικά μαζί σας κατά την διάρκεια του ύπνου σας. Το δικό σας πνεύμα, σε στιγμές κινδύνου ή συμπάθειας, δονούμενα από το ίδιο ρεύμα σκέψης (που σε αυτές τις περιπτώσεις δημιουργούν ένα είδος τηλεγραφικού πνευματικού σύρματος μεταξύ των σωμάτων σας), μπορούν να συναντηθούν και μερικές φορές επηρεάζουν τις αναμνήσεις σας. Τότε όμως είστε ακόμη ζωντανά και όχι νεκρά σώματα. Πώς όμως μπορεί να επικοινωνήσει ένα ασυνείδητο πέμπτο στοιχείο (πέμπτη ή νοητική αρχή) με έναν ζωντανό οργανισμό εκτός αν έχει ήδη γίνει κέλυφος; Σας λέω, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ!»

Η Θεοσοφία είναι αντίθετη με την άσκηση του πνευματισμού για πολλούς λόγους. Καταρχήν είναι επικίνδυνη για τα μέντιουμ, αλλά μερικές φορές και για τους παρευρισκόμενους, ως ένα βαθμό. Ύστερα, είναι το κακό που άθελά μας κάνουμε στους νεκρούς, με τους οποίους από αγάπη ή περιέργεια θέλουμε να επικοινωνήσουμε. Σίγουρα δεν τους κάνουμε καλό, όταν διακόπτουμε με τον εγωιστικό, εν τέλει, πόνο μας την ονειρική κατάσταση που ζουν. Με το να προσπαθούμε να τους κρατήσουμε προσκολλημένους στα γήινα πράγματα, εμποδίζουμε την πνευματική τους εξέλιξη. Την καθυστερούμε με καταστρεπτικά, μερικές φορές, αποτελέσματα. Αν πραγματικά αγαπάμε του νεκρούς μας, πρέπει να τους βοηθήσουμε σε αυτή την πνευματική πορεία τους στον άλλο κόσμο αντί να την εμποδίζουμε. Τέλος, ποιο ουσιαστικό όφελος μπορούμε να έχουμε από μια τέτοια επικοινωνία; Ακόμη και όταν είναι αληθινή, τι μπορεί να μας προσφέρει πέρα από μερικές συγκεχυμένες πληροφορίες για το αστρικό πεδίο, που τίποτα σχεδόν δεν προσθέτουν στην γνώση που ήδη έχουμε για τους αόρατους κόσμους και τους απόκρυφους νόμους;

Η Θεοσοφία δεν είναι αντίθετη με την έρευνα για την αλήθεια. Το ζήτημα του πνευματισμού είναι τεράστιο και ανεξάντλητο και απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή και από τους δογματικούς οπαδούς του και από τους απόλυτους αντιρρησίες. Η Θεοσοφία δέχεται όλα τα πιστεύω και λαμβάνει υπόψη της τα πάντα, χωρίς να θεωρεί τίποτα σαν τελικό. Γι’ αυτό και το ζήτημα του πνευματισμού παραμένει ανοικτό για μελέτη, που όμως θα πρέπει να περιοριστεί στην σφαίρα της σοβαρής έρευνας και όχι των αφελών και ανεύθυνων πειραματισμών.

_________________________________

(*) Βλ. επίσης, Έλενα Π.Μπλαβάτσκυ, ΓΙΟΓΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, κεφ. Στοιχειακά και Στοιχειώδη, ΘΕΟΣΟΦΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.

(**) Ομοίως, κεφ. Περί Μετενσάρκωσης και Πνευμάτων, Συζήτηση περί των Αστρικών Διπλών, Συζήτηση περί του Μυστηρίου της μετά τον Θάνατο Ζωής.