Μόλις επιστρέψει εκεί, τότε βλέπει το «ειδεχθές προσωπείο» εκ της κάτω περιπλάνησης. Βλέποντας αυτή την ασχήμια επιδιώκει με το πένθος να το καθαρίσει. Αφού αφαιρέσει το άσχημο αυτό προσωπείο, τη μάσκα του επιφανειακού ανθρώπου, ο νους έρχεται μέσα στην καρδιά και εκεί προσεύχεται απερίσπαστα στον Θεό «εν τω κρυπτώ». Αποκτά έτσι την νοερή προσευχή. Τότε ο Θεός του δίνει το δώρο που λέγεται ειρήνη των λογισμών, η οποία του προσφέρει την ταπείνωση που είναι η συνεκτική κάθε αρετής. Από την ειρήνη των λογισμών και την ταπείνωση προέρχονται όλες οι άλλες αρετές, στο μέσον των οποίων υπάρχει η αγάπη. Στα πρόθυρα αυτών υπάρχει το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος και εκεί ανθίζει η ανεκλάλητη και αναφαίρετη χαρά. 

Η ακτημοσύνη είναι μητέρα της αμεριμνησίας και η αμεριμνησία είναι μητέρα της προσοχής και της προσευχής. Και αυτές οι δυο είναι μητέρες του πένθους και των δακρύων. Τα δάκρυα καθαρίζουν όλο το περιεχόμενο του ειδεχθούς προσωπείου. Μόνο τότε η οδός της αρετής γίνεται ευκολότερη και η συνείδηση ακατάγνωστη. Και από εκεί προέρχεται η τελειότερη χαρά και το κατώδυτο δάκρυ μεταβάλλεται σε ηδύτατο, και η προσευχή μεταβάλλεται σε ευχαριστία. Μέχρι εδώ, όλα αυτά είναι τα δώρα της μνηστείας, του αρραβώνα. Ο νους, μετά από αυτή την ασκητική προσπάθεια ελευθερωμένος, ξεπερνώντας τη διάνοια, όλα τα νοητά και τη φαντασία, παρουσιάζεται κωφός και άλαλος στον Θεό και φωτίζεται. Φθάνοντας ο άνθρωπος στο φωτισμό του νου, γίνεται κατά φύση άνθρωπος που εξέρχεται στην πραγματική του εργασία και ανεβαίνει στα αιώνια όρη. Και «ω, του θαύματος, επόπτης καθίσταται» χωρίς να χωρισθεί της ύλης, αλλά ανεβαίνει με την άρρητη δύναμη του πνεύματος και έτσι, «των αρρήτων ρημάτων διακούει και ορά τα αθέατα, και του θαύματος όλος του εντεύθεν εστί τε και γίνεται και εκείθεν απέ, και τοις ακαμάτοις υμνωδείς αμιλλάται, άγγελος ως αληθώς άλλος επί γης Θεού» γίνεται. 

Φθάνει τότε ο νους στη θεωρία του Άκτιστου Φωτός. Βέβαια – Γρηγόριος – το Φως είναι παντού αλλά δε επιλάμπει κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους. Φαίνεται κατά την καθαρότητα της καρδιάς του ανθρώπου αλλά και τη βούληση του φωτίζοντος Θεού. Πάντως, όταν ελλαμφθεί ο νους του ανθρώπου, τότε «και προς το συνημμένο σώμα πολλά διαπορθμεύει του θείου κάλλους τεκμήρια». Από τη θεωρία του Άκτιστου Φωτός προέρχεται και η έξη της αρετής αλλά και το ακίνητο ή δυσκίνητο προς την κακία. Από εκεί προέρχεται ο θεολογικός λόγος, το θαυματουργικό χάρισμα, το προορατικό και το διορατικό του ανθρώπου. Το κυριότερο από όλα είναι ότι τότε ο άνθρωπος αποκτά τη γνώση όλων των μελλόντων. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της αγωγής είναι «η του νου προς εαυτόν επιστροφή»: η επιστροφή όλων των δυνάμεων της ψυχής προς το νου και η ενέργεια του Θεού στο νου, δια της οποίας επανέρχεται ο άνθρωπος στο αρχαίο και ανέκφραστο εκείνο κάλλος.

Στο κομμάτι αυτό φαίνεται όχι μόνο ο τρόπος τον οποίο ακολούθησε ο ίδιος ο Γρηγόριος για να φθάσει στη θέαση και στην άπταιστη θεολογία, αλλά και ο δρόμος τον οποίο ακολουθούν όλοι οι Ορθόδοξοι για να θεραπευθούν και να σωθούν.