επιστήμες και φιλοσοφίες. Ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτορας, γιος του Κωνσταντίνου και της Ελένης, γεννήθηκε παγανιστής, λάτρης του (Θεού-Ήλιου) Απόλλωνα, στο βωμό του οποίου έκανε πολλές προσφορές ενώ έκοψε νομίσματα που έφεραν την εικόνα του Απόλλωνα ως «σύντροφο και ο φύλακά» του.

Η μεταστροφή του στο Χριστιανισμό, που ήταν αποτέλεσμα ενός ψυχικού οράματος, περιγράφεται από τον Ευσέβιο, στενό φίλο και σύντροφό του καθώς και διάσημο βιογράφο του. Τη νύχτα πριν από την τελική μάχη του με τον Μαξέντιο που τον είχε καταγγείλει σαν σφετεριστή του θρόνου, ο Κωνσταντίνος απευθύνθηκε στο Θεό του για βοήθεια. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ενώ προσευχόταν ένθερμα, ένα θαυμαστό σημάδι εμφανίστηκε στους ουρανούς, κάτι που αν είχε ειπωθεί από οποιονδήποτε άλλο θα ήταν δύσκολο να γίνει πιστευτό. Αλλά μια που ο ίδιος ο Αυτοκράτορας περιέγραψε αυτή την ιστορία στο συγγραφέα και την επιβεβαίωσε με όρκο, ποιος θα μπορούσε να αμφιβάλλει; Είπε ότι όταν άρχισε να δύει ο ήλιος, είδε με τα μάτια του έναν φωτεινό σταυρό με την επιγραφή: "Εν τούτω νίκα". (Vita Constantin) 

Την επόμενη νύχτα βίωσε ένα άλλο ψυχικό όραμα. Αυτή τη φορά είδε τον ίδιο τον Χριστό να εμφανίζεται φέροντας τον ίδιο σταυρό που είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Ο Κωνσταντίνος δήλωσε ότι ο Χριστός τού είπε να τοποθετήσει το σταυρό στο λάβαρο της μάχης, και να προελάσει εναντίον του Μαξέντιου απόλυτα βέβαιος ότι θα νικήσει. Εκείνος υπάκουσε και νίκησε τον Μαξέντιο. Από τότε τοποθέτησε πάνω στο αυτοκρατορικό λάβαρο το σύμβολο του σταυρού και με αυτό οδηγούσε το στρατό του στη νίκη, στο όνομα του Χριστού και της Εκκλησίας. Πρόσθεσε επίσης άλλα δύο παγανιστικά σύμβολα στον Χριστιανισμό. Τη ράβδο με την γυριστή άκρη που ήταν το αρχαίο σύμβολο του Όσιρη, και τα γράμματα Ι.Χ.Σ. (HIS - Jesus Hominum Salvator ) ένα από τα ονόματα του Βάκχου, του Διόνυσου.

O Κωνσταντίνος γιόρτασε τη νίκη του επί του Μαξέντιου με την δολοφονία των δύο γιων του αντιπάλου του. Κατόπιν ακολούθησε η δολοφονία πέντε μελών της οικογένειάς του, και αργότερα η δολοφονία της συζύγου του. Τελικά αυτά τα εγκλήματα άρχισαν να βαραίνουν στη συνείδησή του και αργότερα αισθάνθηκε ενοχές. Αν και μαχόταν κάτω από το λάβαρο του Χριστού για είκοσι χρόνια, στράφηκε πίσω στις «παγανιστικές» θρησκείες για συγχώρεση των αμαρτιών του, αλλά του είπαν ότι καμία «παγανιστική» θρησκεία δεν θα μπορούσε να του δώσει άφεση αμαρτιών για τέτοια εγκλήματα. Στράφηκε έπειτα στη Χριστιανική Εκκλησία και πληροφορήθηκε ότι μέσω του Χριστιανικού βαπτίσματος μπορούσε να συγχωρεθεί οποιοδήποτε έγκλημα ανεξάρτητα από το μέγεθός του. Συγχρόνως έμαθε ότι αυτό το βάπτισμα θα μπορούσε να το αναβάλει μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, χωρίς καμιά απώλεια στην αποτελεσματικότητά του. Κατά συνέπεια, όπως αναφέρει ο Ευσέβιος: «Όταν αντιλήφθηκε ότι η στιγμή του θανάτου του πλησίαζε, ομολόγησε τις αμαρτίες του επιθυμώντας τη συγχώρεση από το Θεό και βαφτίστηκε. Έτσι ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος από όλους τους αυτοκράτορες που βαφτίστηκε, και που υπέγραφε με το σημάδι του σταυρού. (Vita Constantin). 

Από τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος συνειδητοποίησε ότι τα εγκλήματά του θα μπορούσαν να συγχωρεθούν από το Χριστιανικό βάπτισμα, δήλωσε προστάτης μιας θρησκείας που συμπεριφερόταν στους εγκληματίες με τόση ηπιότητα. Αμέσως άρχισε να δείχνει την ευγνωμοσύνη του στην Εκκλησία. Πρόσφερε το παλάτι Λάτεραν στους επισκόπους της Ρώμης. Έστειλε τη μητέρα του Ελένη στην Ιερουσαλήμ και οικοδόμησε διάφορες εκκλησίες στους Άγιους Τόπους. Κατόπιν έστρεψε την προσοχή του στην αύξηση των μελών της Εκκλησίας χαρίζοντας ελευθερία σε όλους τους σκλάβους που θα δέχονταν την Χριστιανική πίστη, ενώ σε εκείνους που δεν ήταν σκλάβοι πρόσφερε λευκά ενδύματα και είκοσι κομμάτια χρυσού. 
Ως αποτέλεσμα αυτής της προπαγάνδας, δώδεκα χιλιάδες νεοφώτιστοι προστέθηκαν στο Χριστιανισμό μόνο στην πόλη της Ρώμης. Έπειτα, αποφάσισε να αυξήσει τον πλούτο της Εκκλησίας. Έδωσε την άδεια σε όποιον ήθελε, να κληροδοτήσει τη περιουσία του στην Εκκλησία. Σύντομα τα ενοίκια από τα σπίτια, τα καταστήματα και τους κήπους που περιέβαλλαν τις τρεις μεγάλες εκκλησίες, απέφεραν ετήσιο εισόδημα 60.000 χρυσών νομισμάτων. Τότε εκείνος αύξησε τους ετήσιους μισθούς των Επισκόπων σε 3.000 χρυσά, και στη Σύνοδο της Νίκαιας τούς διαβεβαίωσε ότι αν οποιοσδήποτε ανάμεσά τους συλλαμβανόταν για μοιχεία, ο αυτοκρατορικός μανδύας θα έπεφτε επάνω του έτσι ώστε ο κόσμος να μην μάθει την παράβασή του. Η επόμενη πράξη του ήταν να εκδώσει ένα διάταγμα ενάντια σε όλους εκείνους που αρνήθηκαν να δεχτούν το Χριστιανισμό, διατάζοντας να κατεδαφιστούν οι χώροι των συγκεντρώσεών τους ή να δημευθούν.  

Σύμφωνα με το διάδοχό του, τον αυτοκράτορα Ιουλιανό, πολλοί φυλακίστηκαν, εκδιώχτηκαν και οδηγήθηκαν στην εξορία, ενώ κατασφάχτηκαν ολόκληρες στρατιές ατόμων που κατηγορούνταν ως «Αιρετικοί». Κατέστρεψε πολλές επαρχιακές πόλεις και χωριά. (Ιουλιανός: lii Επιστολή.) Διέταξε έπειτα την καταστροφή όλων των γραφών που ήταν αντίθετες στη Χριστιανική πίστη. Και τελικά, προκειμένου να πείσει το λαό να σεβαστεί τον Χριστιανισμό, ο Κωνσταντίνος έβαλε στα χρυσά νομίσματα τον εαυτό του να προσεύχεται με τα χέρια ενωμένα κοιτώντας προς τον ουρανό. Σε διάφορες πύλες του παλατιού υπήρχε η εικόνα του να προσεύχεται με τα χέρια και τα μάτια στραμμένα προς τον ουρανό. (Vita Constantin.) Το ψυχικό όραμα του Κωνσταντίνου που συνετέλεσε στη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό, ήταν ο πρόδρομος ενός μεγάλου ψυχικού κύματος που κατέκλυσε ολόκληρο το Χριστιανικό κόσμο. Το γεγονός σημάδεψε την αρχή της "Εποχής των θαυμάτων" που χαρακτηρίζεται από την λείψανο-λατρεία, που σταδιακά έδωσε τη θέση της στη νεκρομαντεία και τη λατρεία των νεκρών. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ένα παρόμοιο ψυχικό κύμα, γνωστό ως πνευματισμός, εμφανίστηκε στην Αμερική.

Όσο η μητέρα του Κωνσταντίνου ήταν στην Ιερουσαλήμ, «σαν από θαύμα» ανακαλύφθηκαν οι τρεις σταυροί επάνω στους οποίους ο Ιησούς και οι δύο κλέφτες είχαν, υποθετικά, σταυρωθεί. Αργότερα πήραν στην Κωνσταντινούπολη τα καρφιά με τα οποία υποτίθεται ότι ήταν καρφωμένος ο Ιησούς στο σταυρό, και κατασκεύασαν με αυτά ένα στέμμα δόξας για το άγαλμα του Κωνσταντίνου. Οι σκελετοί του Μάρκου και του Ιάκωβου ανακαλύφτηκαν με τον ίδιο «θαυματουργό» τρόπο και τους αποδόθηκαν μυστηριώδεις δυνάμεις και ιδιότητες. Σύντομα η λατρεία των οστών άγιων ανθρώπων επεκτάθηκε περιλαμβάνοντας τη λατρεία των απλών νεκρών, και οι Χριστιανοί, που πάντα ψάχνονταν για θαύματα, άρχισαν να συναντώνται στα νεκροταφεία όπου οι «σκιές» των νεκρών προσκαλούνταν και κατευνάζονταν με τρόφιμα και κρασί. Η "Εποχή των θαυμάτων" έφθασε στο αποκορύφωμά της το 325μΧ, όταν στη Σύνοδο της Νίκαιας επιλέχτηκαν μέσω «θαυματουργής επέμβασης» τα τέσσερα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη. Πρέπει να αναφερθεί ότι επειδή ο ίδιος ο Ιησούς δεν είχε αφήσει τίποτα εγγράφως, δεν υπήρχε κανένα πρωτότυπο ώστε να συγκριθούν οι  νεώτερες αναφορές για τη ζωή και τη διδασκαλία του. Στα 300 έτη που πέρασαν από το θάνατό του, ένας μεγάλος αριθμός χειρογράφων είχε έρθει στο φως και όλα υποστηρίζονταν ως αυθεντικά. Όσον αφορά εκείνους που ζούσαν τον τρίτο αιώνα, ο Φάουστος ο Μανιχαίος είχε γράψει:

«Όλοι ξέρουν ότι τα Ευαγγέλια δεν γράφτηκαν ούτε από τον Ιησού Χριστό ούτε από τους Αποστόλους του, αλλά πολύ αργότερα, από μερικούς άγνωστους οι οποίοι, κρίνοντας ότι δύσκολα θα γίνονταν πιστευτοί λέγοντας πράγματα που δεν είχαν οι ίδιοι δει, τιτλοφορούσαν τις αφηγήσεις τους με τα ονόματα των Αποστόλων ή μαθητών τους».

Τον τέταρτο αιώνα κρίθηκε απαραίτητο από την Εκκλησία να αποφασίσει ποια από τα Ευαγγέλια που κυκλοφορούσαν θα έπρεπε να γίνουν αποδεκτά ως αυθεντικά. Η ερώτηση τέθηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας. Ευτυχώς σώθηκαν οι καταθέσεις δύο μαρτύρων και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ως προς τη μέθοδο που χρησιμοποίησε η Εκκλησία στην επιλογή των Ευαγγελίων. Στη Σύνοδο ήταν παρόντες 318 επίσκοποι και ένας από τους δύο αυτόπτες μάρτυρες, ο Σαμπίνος, επίσκοπος της Ηράκλειας, μας άφησε μια περιγραφή για τις νοητικές τους ικανότητες. «Με εξαίρεση τον αυτοκράτορα (Κωνσταντίνο)» είπε, «και τον Ευσέβιο Πάμφυλο, οι επίσκοποι ήταν όλοι αναλφάβητοι, κοινά πλάσματα που δεν καταλάβαιναν τίποτα.» Περίπου σαράντα Ευαγγέλια παρατέθηκαν εμπρός τους. Δεδομένου ότι διέφεραν αρκετά στο περιεχόμενό τους, η απόφαση ήταν δύσκολη. Τελικά αποφασίστηκε να προσφύγουν στη «θαυματουργή επέμβαση.» Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν γνωστή ως Sortes Sanctorum (ιερή τύχη), ή "ιερή ρίψη λαχνών για λόγους μαντείας." Η χρήση της στη Σύνοδο της Νίκαιας περιγράφηκε από έναν άλλο αυτόπτη μάρτυρα, τον Πάππο, στο «Συνοδικόν». Λέει:
«Αφού έβαλαν μια στοίβα βιβλίων που είχαν παραπεμφθεί στη Σύνοδο για προσδιορισμό, κάτω από μια Άγια Τράπεζα σε μια Εκκλησία, (οι επίσκοποι) ικέτευσαν τον Κύριο να βρεθούν οι εμπνευσμένες γραφές επάνω στον τραπέζι ενώ οι πλαστές να παραμείνουν από κάτω. Και έτσι συνέβη. Όταν οι επίσκοποι το επόμενο πρωί επέστρεψαν στην αίθουσα της Συνόδου, τα τέσσερα Ευαγγέλια του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη, βρίσκονταν πάνω στην Άγια Τράπεζα. Η παρουσία τους στη Καινή Διαθήκη οφείλεται στην τέχνη της μαντείας, για την άσκηση της οποίας, η Εκκλησία αργότερα καταδίκαζε άνδρες και γυναίκες ως μάγους και μάγισσες και τους έκαιγε κατά χιλιάδες.»

Μετά το θάνατο του Κωνσταντίνου, η πολιτική του συνεχίστηκε από τους δύο γιους του. Για κάθε ανοχή στην παράνομη συμπεριφορά των Χριστιανών, υπήρχε αμφιβολία εις βάρος των παγανιστών, και η περαιτέρω καταστροφή των «παγανιστικών» ναών γιορτάστηκε ως ένα από τα ευτυχέστερα γεγονότα της βασιλείας τους. Αντιλαμβανόμενοι την αποτελεσματικότητα του Χριστιανικού βαπτίσματος στην περίπτωση του πατέρα τους, αποφάσισαν να το ορίσουν ως υποχρεωτικό ακόμα και για εκείνους που δεν το ήθελαν. Όπως λέει ο Γίββων:
«Η τελετουργία του βαπτίσματος γινόταν σε γυναίκες και παιδιά που αρπάζονταν βίαια μέσα από τα χέρια φίλων και γονέων γι’ αυτό το σκοπό. Άνοιγαν τα στόματα τους με μια ξύλινη μηχανή, και έβαζαν με το ζόρι το καθαγιασμένο ψωμί στους λαιμούς τους.» (Decline and Fall of the Roman Empire.)

Όταν ο ανιψιός του Κωνσταντίνου, ο Ιουλιανός, ανέβηκε στο θρόνο, όλα αυτά άλλαξαν. Ο Ιουλιανός ήταν Νεοπλατωνικός και μαθητής του Αιδέσιου, ο οποίος είχε διδαχθεί από τον Ιάμβλιχο. Ο Ιουλιανός μυήθηκε στην Έφεσο όταν ήταν μόνο είκοσι χρόνων, και αργότερα μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια. Όταν παρέλαβε την εξουσία, όλος ο χριστιανικός κόσμος βρέθηκε σε κατάσταση ταραχής. Πώς θα δρούσε αυτός ο νεοπλατωνικός, αυτός ο μυημένος, απέναντι στον Χριστιανισμό; Θα έπαιρνε εκδίκηση με κάποια νέα και ακόμα σκληρότερα είδη βασανιστηρίων και θανάτων; Ο Ιουλιανός απάντησε σε αυτά τα ερωτήματα με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο. Έδωσε αμέσως ελευθερία και ίσα δικαιώματα σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας του, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους. Προσκάλεσε όλους τους χριστιανούς επισκόπους που είχαν εξοριστεί εξ αιτίας των ανορθόδοξων απόψεών τους, να επιστρέψουν στις θέσεις τους. Συγχρόνως ώθησε τους «παγανιστικούς» δασκάλους, που ο Κωνσταντίνος είχε εκδιώξει από την Αλεξάνδρεια, να συνεχίσουν τις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους. Προσκάλεσε τις αντιτιθέμενες χριστιανικές φατρίες να συναντηθούν στο παλάτι του, συμβουλεύοντάς τους να δώσουν ένα τέλος στις διαφορές τους και να προσπαθήσουν να ζήσουν αρμονικά. Αλλά συγχρόνως έδωσε άδεια στους «παγανιστές» υπηκόους του να ανοίξουν πάλι τους ναούς τους και να συνεχίσουν την λατρεία τους. Λόγω αυτής της δίκαιης και αμερόληπτης μεταχείρισης των υπηκόων του, ο Ιουλιανός είναι γνωστός στην χριστιανική ιστορία υπό τον ατιμωτικό τίτλο «Ο Αποστάτης».

Η γνώση που ο Ιουλιανός είχε αποκτήσει στις μυήσεις  του, τον έκανε απειλή για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Ωθήθηκε να δημοσιοποιήσει την γνώση του έτσι ώστε η Χριστιανική Εκκλησία να μπορέσει να αντικρούσει τις δηλώσεις του. Σε αυτό ο Ιουλιανός απάντησε: «Εάν πρόκειται να πω κάτι για την μύηση στα Ιερά Μυστήρια σεβόμενος τον «επτάκτινο Θεό…, θα πρέπει να πω πράγματα άγνωστα στον όχλο, πολύ άγνωστα, αλλά πολύ γνωστά στους Ευλογημένους Θεουργούς.» Αυτή η απάντηση ξεκίνησε μια θύελλα διαμαρτυρίας μεταξύ των χριστιανών υπηκόων του. Η ιστορία μας ενημερώνει ότι αυτός ο "μέγιστος εχθρός του χριστιανισμού," μετά από μία βασιλεία μόνο δεκαοχτώ μηνών, έφθασε στο τέλος του πρόωρα μέσω μιας "υπερφυσικής επέμβασης", όταν μία λόγχη τον πλήγωσε στη μάχη με τον Πέρση βασιλιά Σαπώρ. Λίγο πριν πεθάνει, ο Ιουλιανός περιέγραψε με μερικές λέξεις το στόχο και σκοπό της ζωής του: 

«ΕΧΩ ΜΑΘΕΙ  ΑΠΟ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ,» είπε, «ΠΟΣΟ ΠΙΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ, ΚΑΙ ΟΤΙ Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΓΕΝΕΣΤΕΡΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΧΑΡΑΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ». Κατόπιν, γυρίζοντας προς τους δύο φιλοσόφους, τον Πρίσκο και τον Μάξιμο, που στέκονταν κοντά στο νεκροκρέβατό του, ξεκίνησε μια μεταφυσική συζήτηση ως προς τη φύση της ψυχής και τους βεβαίωσε ότι πάντα προσπαθούσε να ζει υπό το φως της ψυχής. «Μπορώ να διαβεβαιώσω με πεποίθηση ότι η εκπόρευση της Θείας Δύναμης διατηρήθηκε στα χέρια μου καθαρή και αμόλυντη. Απεχθάνομαι τα διεφθαρμένα και καταστρεπτικά αξιώματα του δεσποτισμού, και γι’ αυτό έθεσα την ευτυχία των ανθρώπων σκοπό της διακυβέρνησής μου. (Ammianus: XXV.)

Μετά το θάνατο του Ιουλιανού η Χριστιανική Εκκλησία επανέκτησε τη δύναμή της και σφραγίστηκε ο αφανισμός των αρχαίων θρησκειών, επιστημών και φιλοσοφιών - αλλά όχι για πάντα!!! Η Εκκλησία, για τη δική της ασφάλεια, είχε δανειστεί πάρα πολλά από αυτές. Κάθε γεγονός στη ζωή του Ιησού, από την παρθενογένεση μέχρι την τελική σταύρωση και την ανάσταση του, είχε αντιγραφεί από τις ιστορίες των θεών των «παγανιστών». Κάθε δόγμα και τελετουργία στην Χριστιανική Εκκλησία ήταν κλεμμένα από τα αρχαία Ελληνικά Μυστήρια. Αυτά τα γεγονότα ήταν γνωστά σε ολόκληρο το «παγανιστικό» κόσμο και δεδομένου ότι η Εκκλησία συνέχιζε ασταμάτητα να δανείζεται από τους παγανιστές με ένα συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να διατηρήσει τη «μοναδικότητα» που αξίωνε.

Η Καταστροφή

Εφ' όσον υπήρχαν παγανιστικά σχολεία, η Εκκλησία δεν θα μπορούσε χωρίς αντίδραση να συνεχίσει να παρουσιάζεται ως η μοναδική πηγή γνώσης. Εφ' όσον υπήρχαν «παγανιστικά» βιβλία, η Βίβλος δεν θα γινόταν αποδεκτή ως η μοναδική αποκάλυψη του Θεού. Εφ' όσον ζούσαν οι «παγανιστές» φιλόσοφοι και δίδασκαν, οι δογματικοί ισχυρισμοί των Πατέρων της Εκκλησίας θα εξετάζονταν. Η Εκκλησία είχε μόνο μία επιλογή: να καταστρέψει κάθε στοιχείο της λογοκλοπίας της, εξαφανίζοντας όλες τις «παγανιστικές» Σχολές, όλα τα «παγανιστικά» κείμενα, ακόμη και τους ίδιους τους «παγανιστές» φιλόσοφους. 
Δεκαπέντε χρόνια μετά του θάνατο του Ιουλιανού, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ανέβηκε στο θρόνο. Ήταν ένας πιστός χριστιανός με ισχυρή δύναμη, ο οποίος  αφιέρωσε αμέσως όλες τις δυνάμεις του στην καταστροφή όσων μπορούσαν να εμποδίσουν τη δόξα της Εκκλησίας. Εγκαθίδρυσε τους Εξεταστές της Πίστης και εξόρισε όλους τους χριστιανούς που αρνήθηκαν να δεχτούν το δόγμα της Τριάδας έτσι όπως το είχε υπαγορεύσει η Σύνοδος της Νίκαιας. Με δεκαπέντε διατάγματα απαγόρευσε τις συναντήσεις «αιρετικών» ή μην ορθόδοξων χριστιανών και προχώρησε στην κατάσχεση της περιουσίας τους. Η θανατική ποινή επιβλήθηκε σε εκείνους που ακολουθούσαν την  "αίρεση" του Μανιχαϊσμού, καθώς και στους χριστιανούς που συνέχισαν να γιορτάζουν το Πάσχα την ίδια ημέρα με τους Εβραίους. Τέλος, στην αιματηρή σφαγή της Θεσσαλονίκης διέταξε το θάνατο των 15.000 ατόμων που είχε προσκαλέσει με δόλο για να παρακολουθήσουν τους αγώνες στον Ιππόδρομο. 

Ο ίδιος, ως Μονάρχης των Χριστιανών, έστρεψε την προσοχή του στους εκτός Εκκλησίας «εχθρούς» του Χριστιανισμού. Αρνήθηκε να επιτρέψει «παγανιστικές» λατρείας και δήμευσε τους ναούς των παγανιστών για να τους χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί. Μεταξύ άλλων, ο ναός της Ουράνιας Παρθένου στην Καρθαγένη, του οποίου οι ιεροί περίβολοι απλώνονταν σε έκταση δύο μιλίων, μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία. Μια παρόμοια "καθαγίαση" διέσωσε τον μεγαλοπρεπή θόλο στο Πάνθεον της Ρώμης. Όπως λέει ο Γίββων:

«Σχεδόν σε κάθε επαρχία του ρωμαϊκού κόσμου, στρατός φανατικών υποστηρικτών εισέβαλε στα χωριά των ειρηνικών κατοίκων. Τα ερείπια των ωραιότερων οικοδομημάτων της αρχαιότητας ακόμη φέρουν τη μαρτυρία της μανίας των βαρβάρων εκείνων, που μόνο αυτοί είχαν την τάση και το χρόνο για τέτοιες ολέθριες καταστροφές.»

Η επόμενη κίνηση του Θεοδόσιου ήταν να στραφεί ενάντια στις Σχολές των Μυστηρίων, και σύντομα ολοκλήρωσε την καταστροφή τους. Αλλά υπήρχε μια μεγάλη Σχολή που ήταν ακόμα αρκετά ισχυρή ώστε να αντισταθεί στο άσπλαχνο χέρι του. Ήταν η Σχολή στο μικρό, τότε, χωριό της Ελευσίνας κοντά στην Αθήνα. Αλλά ακόμη και αυτή ήταν καταδικασμένη να καταστραφεί καθώς, το έτος 396 μΧ, χριστιανοί μοναχοί, τα «μαύρα ράσα» ή οι «άνθρωποι με τα μαύρα», όπως αποκλήθηκαν, οδήγησαν τον Αλάριχο και τους βαρβάρους του από το πέρασμα των Θερμοπυλών και ο μεγάλος ναός της Ελευσίνας, ένα από τα διασημότερα κτήρια στον κόσμο, η εξωτερική αυλή του οποίου χωρούσε 300.000 προσκυνητές, έγινε ένας σωρός ερειπίων. Έτσι αφανίστηκαν τα Μυστήρια της Ελλάδας.

Ο Θεοδόσιος στράφηκε έπειτα στην Αλεξάνδρεια, που για αιώνες ήταν το πολιτιστικό κέντρο του κόσμου. Το μεγάλο Μουσείο (ο ναός των Μουσών) είχε τεθεί ήδη υπό τον έλεγχο των καθολικών ιερέων κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του κτιριακού συγκροτήματος, γνωστό ως Σεραπείον, ήταν ακόμα στα χέρια των «παγανιστών». Εκείνη την περίοδο ο θαυμάσιος Ναός του Σέραπη χρησιμοποιούταν σαν πανεπιστήμιο όπου διδάσκονταν οι παλαιές θρησκείες και οι επιστήμες. Η βιβλιοθήκη του στέγαζε ακόμα μια απέραντη συλλογή βιβλίων που είχαν συλλεχθεί από τις τέσσερις γωνιές της γης, και που αντιπροσώπευαν τη πνευματική εργασία πολλών αιώνων. Οι δυο ναοί της «παγανιστικής» γνώσης ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο στην πορεία της Εκκλησίας, και ο Θεοδόσιος αποφάσισε να καταστραφούν επί της βασιλείας του.

 Την ίδια εποχή ο μεγάλος φιλόσοφος Ολύμπιος, τον οποίο ο Σουίδας περιγράφει ως "άνδρα  θαυμάσιων επιτεύξεων με ευγενή χαρακτήρα και απίστευτη ευγλωττία," δίδασκε στο Ναό του Σέραπη. Πλήθος μαθητών συγκεντρώνονταν γύρω του πρόθυμοι να καθοδηγηθούν στη φιλοσοφία των αρχαίων. Επικεφαλής της Χριστιανικής Εκκλησίας στην πόλη ήταν ο Θεόφιλος, αρχιεπίσκοπος της Αλεξάνδρειας. Ο Γίββων τον απεικονίζει σαν "διαρκή εχθρό της ειρήνης και της αρετής, ένα τολμηρό, κακό άτομο του οποίου τα χέρια μολύνθηκαν διαδοχικά με χρυσό και αίμα." Ο χαρακτήρας του ήταν τόσο ιδιοτελής που λέγεται ότι δωροδόκησε τους σκλάβους του Σεραπείου για να κλέψουν μερικά από τα βιβλία, τα οποία πούλησε σε ξένους σε υπερβολική τιμή. Κατά τη διάρκεια της κατεδάφισης ενός αρχαίου ναού του Όσιρη, που οι Χριστιανοί είχαν δημεύσει για να οικοδομήσουν μια χριστιανική εκκλησία, βρέθηκαν ορισμένα «παγανιστικά» σύμβολα που ο Θεόφιλος εξέθεσε στην αγορά σαν αντικείμενα χλευασμού.

Οι «παγανιστές», φυσικά, αντιτέθηκαν σε αυτήν τη δημόσια βεβήλωση των ιερών συμβόλων τους και ακολούθησαν ταραχές. Με τη βοήθεια του αυτοκρατορικού κυβερνήτη και ένα μεγάλο πλήθος στρατιωτών, ο Θεόφιλος επιτέθηκε στους  «παγανιστές» που, υπό την αρχηγία του Ολύμπιου, είχαν καταφύγει στο ναό του Σέραπη.  Όταν ο αυτοκράτορας το έμαθε, αμέσως διέταξε την ολοκληρωτική καταστροφή του και οι χριστιανοί έσπευσαν να την πραγματοποιήσουν. Λεηλάτησαν το ναό, έσπασαν το άγαλμα του Σέραπη σε κομμάτια σέρνοντάς το εξευτελιστικά στους δρόμους της πόλης, και τελικά το έκαψαν. Αυτό έγινε το 398μΧ. Το κτήριο μετατράπηκε σε έναν σωρό ερείπια, και αργότερα μια χριστιανική εκκλησία οικοδομήθηκε επάνω του προς τιμή των χριστιανικών "μαρτύρων" που είχαν σκοτωθεί στην αναταραχή. 

Ακολούθησε η καταστροφή της διάσημης βιβλιοθήκης του Σεράπειου, και σύμφωνα με την παράδοση όλα τα βιβλία της χάθηκαν. Αλλά και πάλι, όπως συνέβη όταν κάηκε η βιβλιοθήκη Bruckion  κατά τη βασιλεία της Κλεοπάτρας, είχαν ήδη ληφθεί οι αναγκαίες προφυλάξεις ώστε να διασωθούν τα ανεκτίμητα χειρόγραφα. Από τη στιγμή που οι χριστιανοί άρχισαν να αποκτούν δύναμη στην Αλεξάνδρεια, τα βιβλία αποσύρθηκαν σταδιακά από το Σεράπειο και έτσι διασώθηκαν από το βανδαλισμό. Υπάρχουν ακόμα σήμερα πολλοί Κόπτες στην Αίγυπτο και τη Μικρά Ασία που δηλώνουν ότι ούτε ένας τόμος δεν χάθηκε. Κοντά στην Ισθμωνία, "τη πετρωμένη πόλη," υπάρχουν απέραντες υπόγειες στοές μέσα στις οποίες αποθηκεύτηκαν αμέτρητα χειρόγραφα. Ίσως κάποιος αρχαιολόγος του μέλλοντος να μπορέσει να ανακαλύψει ότι ο Θεοδόσιος, τελικά, απέτυχε να ολοκληρώσει το σκοπό του. 
Με την καταστροφή των Σχολών του Μυστηρίου και του Σεράπειου, απομακρύνθηκαν δύο από τα σοβαρότερα εμπόδια στην πορεία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Αλλά ακόμα παρέμεινε το τρίτο, και πολύ σημαντικότερο εμπόδιο: Η Νεοπλατωνική Σχολή. Η "τιμή" της καταστροφής της ανήκει στον Κύριλλο, τον ανιψιό του Θεόφιλου, που το 412 μΧ τον διαδέχθηκε στη θέση του επισκόπου της Αλεξάνδρειας. Στη χριστιανική ιστορία αναφέρεται για ανακήρυξη της Παρθένου Μαρίας από μητέρα του Ιησού σε μητέρα του Θεού! Εισήγαγε επίσης την εικόνα της Ίσιδας στη Χριστιανική Εκκλησία με το όνομα Μαρία. Αυτές οι "μαύρες Παρθένοι" υπάρχουν ακόμα σήμερα στην μητρόπολη  του Moulins, στο παρεκκλήσι της Παρθένου στο Loretto, στην εκκλησία του Άγιου Στέφανου στη Γένοβα, και στην εκκλησία του Άγιου Φραγκίσκου στην Πίζα. 

Ο Κύριλλος γιόρτασε την άνοδό στην εκκλησιαστική εξουσία με μια σειρά επιθέσεων,  πρώτα κατά των Nοβιτιανών και έπειτα κατά των Εβραίων. Αν και οι Εβραίοι ήταν ευπρόσδεκτοι στην Αλεξάνδρεια από την ίδρυση της πόλης, ο Κύριλλος οδήγησε το φανατισμένο πλήθος σε επίθεση κατά των συναγωγών τους. Άοπλοι και απροετοίμαστοι, οι Εβραίοι ήταν ανίκανοι να αντιδράσουν. Τα κτίρια όπου έκαναν τις προσευχές τους ισοπεδώθηκαν, όλα τα αγαθά τους λεηλατήθηκαν, και οι ίδιοι εξορίστηκαν από την πόλη. Ο Κύριλλος καταγράφηκε στη χριστιανική ιστορία σαν ένας από τους "Αγίους" της Εκκλησίας, παρά το πολύ γνωστό γεγονός ότι καταδικάστηκε για κλοπή χρυσών και ασημένιων αντικειμένων από τις εκκλησίες και για σπατάλη των χρημάτων από την πώλησή τους. Αλλά το όνομα του Κύριλλου της Αλεξάνδρειας δεν έμεινε αμαυρωμένο στα θρησκευτικά χρονικά μόνο εξαιτίας αυτής της κλεψιάς. Το πραγματικό έγκλημά του ήταν σοβαρότερο -- η σκόπιμη δολοφονία, ενός από τους ευγενέστερους χαρακτήρες στην ιστορία: της ΥΠΑΤΙΑΣ.

Η Υπατία ήταν κόρη του Θέωνα, διάσημου φιλόσοφου και μαθηματικού, σχολιαστή του Ευκλείδη – έργο στο οποίο λέγεται ότι τον βοήθησε η κόρη του. Μοναχοκόρη, από πολύ μικρή ηλικία επέδειξε βαθύ ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Ο πατέρας της την δίδαξε με προσοχή και επιμέλεια, και έτσι σύντομα συμπεριλήφθηκε στους λαμπρότερους μαθητές του. Στα έργα της, σύμφωνα με το Σουίδα, περιλαμβάνονταν σχόλια στα Αριθμητικά του Διόφαντου της Αλεξάνδρειας, στα Κωνικά του Απολλώνιου της Περγάμου, και στον Αριθμητικό Κανόνα του Πτολεμαίου, αλλά όλα χάθηκαν.
Όσο καιρό η Υπατία ζούσε στην Αθήνα, ήρθε σε επαφή με τη Νεοπλατωνική Σχολή που είχε ιδρύσει ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος και ο Ιάμβλιχος, και ταυτίστηκε με το Νεοπλατωνικό Κίνημα. Αργότερα, όταν μετοίκησε στην Αλεξάνδρεια, άρχισε να δίνει διαλέξεις και να διδάσκει στο περίφημο Μουσείο. Η ευγλωττία, η βαθιά γνώση, η νεότητα και η εξαιρετική ομορφιά της, σύντομα προσέλκυσαν μεγάλο πλήθος σπουδαστών και θαυμαστών. Έγινε αποδεκτή στους κύκλους των μεγάλων οικογενειών της Αλεξάνδρειας, και ανάμεσα στους φίλους της συγκαταλέγονταν δύο από τα ισχυρότερα ονόματα της εποχής της: ο Ορέστης, δήμαρχος της Αλεξάνδρειας, και ο Συνέσιος, επίσκοπος της Κυρήνης.

Η Νεοπλατωνική Σχολή έφθασε στο απόγειό της κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν της καταστροφής της. Η Υπατία βοήθησε την Αίγυπτο να κατανοήσει βαθύτερα τα Αρχαία Μυστήριά της από όσο χιλιάδες χρόνια πριν. Με τις γνώσεις της στη Θεουργία αποκατέστησε την πρακτική αξία των Μυστηρίων και ολοκλήρωσε την εργασία που είχε αρχίσει ο Ιάμβλιχος πριν από εκατό χρόνια. Ακολουθώντας τα βήματα  του Πλωτίνου και του Πορφύριου, κατέδειξε τη δυνατότητα της ένωσης του ατομικού Εαυτού με τον ΕΑΥΤΟ του παντός. Συνεχίζοντας την εργασία του Αμμώνιου Σακκά, παρουσίασε την ομοιότητα όλων των θρησκειών και την κοινή προέλευσή τους από την ίδια πηγή. Τα αβέβαια θεμέλια του χριστιανικού δόγματος εκτέθηκαν ακόμη περισσότερο όταν η Νεοπλατωνική Σχολή άρχισε να υιοθετεί την επαγωγική μέθοδο που υποστήριξε ο Αριστοτέλης. Από όλα τα πράγματα στη γη, η λογική και η εκλογικευμένη εξήγηση των πραγμάτων ήταν τα πιο μισητά στη νέα θρησκεία. Όταν η Υπατία ερεύνησε τις μεταφυσικές αλληγορίες από τις οποίες ο Χριστιανισμός είχε δανειστεί τα δόγματά του, και τις ανέλυσε ανοιχτά δημοσίως, χρησιμοποίησε ένα όπλο που οι Χριστιανοί μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μόνο με τη βία. Αν επέτρεπαν στη Σχολή της να συνεχίσει, ολόκληρη η απάτη που είχε διαπράξει η Εκκλησία θα απογυμνωνόταν. Το φως του Νεοπλατωνισμού έλαμπε υπερβολικά έντονα επάνω στα κατασκευάσματά της.

Έτσι, ένα απόγευμα του έτους 414μΧ, ένα πλήθος φανατικών μοναχών του Κύριλλου, που οδηγούσε ο Πέτρος ο Αναγνώστης, συγκεντρώθηκε μπροστά στο Μουσείο όπου η Υπατία μόλις είχε ολοκληρώσει τη διδασκαλία της. Όταν έφθασε η άμαξά της στην πόρτα, η Υπατία εμφανίστηκε. Ένα σκούρο κύμα μοναχών, δολοφόνων στις καρδιές τους, όρμησαν ξεπροβάλλοντας από την κρυψώνα τους. Σαν θάλασσα ξεχύθηκαν γύρω από την άμαξά της και την ανάγκασαν να κατεβεί. Την γύμνωσαν και την έσυραν σε κοντινή εκκλησία του Θεού, τραβώντας το σώμα της μέσα από τις κρύες, αμυδρές σκιές που δημιουργούσε η τρεμουλιαστή φλόγα των αναμμένων κεριών και τα αρωματικά λιβάνια, ως τα σκαλοπάτια του ίδιου του βωμού. Απελευθερώνοντας το κορμί της από τα χέρια των βασανιστών της προς στιγμή, σηκώθηκε όρθια, λευκή σαν το χιόνι οπτασία εναντίον της σκοτεινής ορδής των μοναχών που την περιτριγύριζαν. Τα χείλη της άνοιξαν για να μιλήσει, αλλά ούτε μια λέξη δεν ακούστηκε, καθώς την ίδια στιγμή ο Πέτρος την έριξε κάτω και η σκοτεινή μάζα έκλεισε πάνω από την τρεμάμενη σάρκα της. Ύστερα έσυραν το νεκρό σώμα της στους δρόμους, αφαίρεσαν τη σάρκα από τα κόκαλα με κοφτερά κοχύλια, και έριξαν στη φωτιά ότι είχε απομείνει.

Έτσι θανατώθηκε η Υπατία και με το θάνατό της έκλεισε η μεγάλη Νεοπλατωνική Σχολή. Μερικοί φιλόσοφοι μετακόμισαν στην Αθήνα, αλλά οι Σχολές τους έκλεισαν κατόπιν διαταγής του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Με την αναχώρηση των τελευταίων επτά φιλοσόφων του μεγάλου Νεοπλατωνικού Κινήματος – Ερμία, Πισιάνου, Διογένη,  Eυλάλιου, Δαμάσκιου, Σιμπλίκιου και Ισίδωρου, που κατέφυγαν στην Άπω Ανατολή για να γλυτώσουν από το διωγμό του Ιουστινιανού, η βασιλεία της αρχαίας σοφίας έληξε. Η Υπατία πέθανε το 414μΧ και ακριβώς 15 αιώνες αργότερα, το 1914, άρχισε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανάμεσα στα χριστιανικά έθνη. Υπάρχει σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο γεγονότων; Ο θάνατος της Υπατίας σηματοδότησε την αρχή του Σκοτεινής Εποχής, του Μεσαίωνα, και ο κόσμος καλύφθηκε από τα σύννεφα της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας για χίλια έτη. Βρισκόμαστε σήμερα σε ένα ανάλογο σημείο του κύκλου. Αποκτώντας τη Γνώση εκείνου που πρέπει να γίνει, οι θεόσοφοι θα μπορέσουν να αποφύγουν μια επανάληψη της φρίκης του παρελθόντος.