( Η Φωνή της Σιγής)

Η πρώτη παράγραφος του βιβλίου της Έλενας Π. Μπλαβάτσκυ ορίζει το είδος του (ένα βιβλίο οδηγιών) και το είδος των αναγνωστών προς τους οποίους απευθύνεται (κυρίως εκείνους που βαδίζουν στην Ατραπό της αυτό-ανάπτυξης αλλά δεν γνωρίζουν τους κινδύνους των κατώτερων ψυχικών δυνάμεων). Η δεύτερη παράγραφος μάς πληροφορεί ότι όσοι επιθυμούν να ακούσουν τη φωνή της σιγής, πρέπει να αρχίσουν να καλλιεργούν την dharana, δηλαδή την αυτοσυγκέντρωση ή αλλιώς, να επικεντρώνονται στο εσωτερικό του εαυτού τους. Οι ακόλουθες παράγραφοι μάς παρουσιάζουν μια μέθοδο για να το επιτύχουμε. Στις παραγράφους  3-5 αναφέρεται στο νου και το ρόλο του στην αντίληψη της πραγματικότητας.
--«Αφού γίνει αδιάφορος στα πράγματα της αίσθησης, ο μαθητής θα πρέπει να αναζητήσει τον raja των αισθήσεων, δημιουργό της σκέψης, εκείνον που ξυπνάει την πλάνη.»
--«Ο νους είναι ο μεγάλος καταστροφέας του αληθινού»
--«Ας καταστρέψει τον καταστροφέα ο μαθητής».

Σχόλιο: Μερικοί από εμάς, κυρίως οι Δυτικοί, πιθανόν να συναντήσουμε μια μικρή δυσκολία ως προς αυτές τις παραγράφους. Η δυσκολία προέρχεται από την τάση μας να ταυτίζουμε τον εαυτό μας με το νου μας – που για εμάς έχει γίνει μόνο ένας άλλος τρόπος να πούμε το ίδιο πράγμα – και από την τάση μας να σκεφτόμαστε ότι η μοναδική «πραγματική» συνείδηση είναι η νοητική. Η Παράδοση της Σοφίας λέγει ότι η συνείδηση – συμπεριλαμβανομένης και της εντός ημών συνείδησης – αποτελείται από διαφορετικούς τύπους ή είδη (συγκεκριμένα από επτά τύπους), και ότι η νοητική συνείδηση είναι μόνο ένας από αυτούς. Υπάρχει λοιπόν η συνείδηση του πυκνού υλικού σώματος, η συνείδηση του ειδώλου ή διπλού αιθερικού, της ενέργειας που ρέει μέσα μας και γύρω μας (prana), η συνείδηση των παθών και των επιθυμιών (αστρική) και φυσικά η συνείδηση του νου και των σκέψεών του. Έχουμε όμως και μια συνείδηση πολύ πιο ενορατική από όσο ο νους μας, και που μερικές φορές την αποκαλούμε «διαίσθηση» (παρότι η λέξη αυτή χρησιμοποιείται και με άλλους τρόπους πιο επιπόλαιους και πιο ασήμαντους). Αποκαλείται επίσης «λογική» ή «νόηση» ή «ενόραση», δηλαδή ιδιότητες τις οποίες τείνουμε να ταυτίσουμε με τον απλό νου. Πέραν όλων αυτών έχουμε έναν τύπο συνείδησης που μας ενώνει με όλα όσα υπάρχουν γύρω μας. Τις περισσότερες φορές αυτός ο τελευταίος τύπος αποτελεί για την πλειοψηφία των ανθρώπων μια ασυνείδητη – αν και ενεργή συνείδηση που βρίσκεται μέσα μας σε λανθάνουσα κατάσταση μόνο. 

Το θέμα είναι ότι διαθέτουμε αρκετούς τύπους συνείδησης ανάμεσα στους οποίους η νοητική συνείδηση αποτελεί μόνο ένα. Αν ταυτίσουμε τον εαυτό μας με ένα μόνο τύπο όπως π.χ. τη νοητική, περιορίζουμε την αντίληψη του εαυτού μας με τρόπο ίσως προκαλέσει επιβλαβή αποτελέσματα. Αν σκεπτόμαστε τον εαυτό μας μόνο ως νου, θα δυσκολευτούμε να εργαστούμε αποτελεσματικά με τα υπόλοιπα είδη συνείδησης. Γι’ αυτό, σύμφωνα με όλες τις πνευματικές παραδόσεις, το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να θέτει ο μαθητής στον εαυτό του ζητώντας απάντηση, είναι: «Ποιος είμαι;» Αυτό το ερώτημα προβάλλει μέσα από τις τρεις αυτές παραγράφους και απευθύνεται κυρίως στην εσφαλμένη απάντηση του Δυτικού που τείνει να πει: «Είμαι ο νους μου», ή όπως είπε ο Descartes: «Cogito, ergo sum – Σκέπτομαι, άρα υπάρχω». 

Η παράγραφος τρία προτείνει να γίνουμε αδιάφοροι στα πράγματα της αίσθησης. Αυτό αποτελεί το πέμπτο βήμα της κλασικής yoga. Στα σανσκριτικά ονομάζεται Pratyahara, που σημαίνει απόσυρση της προσοχής από τον εξωτερικό προς τον εσωτερικό μας κόσμο. Πρέπει λοιπόν να σταματήσουμε να απλώνουμε το βλέμμα μας γύρω και έξω από εμάς και να αρχίσουμε να το στρέφουμε προς τα μέσα. Αν θέλουμε να ανακαλύψουμε κάτι, θα πρέπει να ψάξουμε στο μέρος όπου αυτό βρίσκεται. Η pratyahara μάς λέει πως αν θέλουμε να ανακαλύψουμε την πραγματική ταυτότητά μας, καλύτερα να στραφούμε μέσα μας ακόμη κι αν δεν υπάρχει πολύ φως εκεί, και όχι να ψάχνουμε έξω από εμάς. Ο raja ή βασιλιάς των αισθήσεων που αναφέρεται στη συνέχεια της παραγράφου είναι βέβαια ο νους. Η μεσαιωνική ψυχολογία αναγνώριζε ότι καθεμία από τις πέντε αισθήσεις μας αντιλαμβάνεται ένα διαφορετικό είδος πραγματικότητας. Αλλά αν δαγκώσουμε π.χ. ένα μήλο, δεν αντιλαμβανόμαστε πέντε διαφορετικές πραγματικότητες, δηλαδή το κόκκινο χρώμα, τον ήχο της δαγκωνιάς, τη γλυκιά γεύση του φρούτου, τη λεία φλούδα του και το άρωμά του, αλλά μάλλον όλα αυτά μαζί αποτελούν τη συνολική εμπειρία εκείνου του αντικειμένου που ονομάζεται «μήλο». Θα πρέπει επομένως να υπάρχει κάτι άλλο μέσα μας που να συγκεντρώνει τα ερεθίσματα και να μας πληροφορεί για όλα όσα λέγουν οι ξεχωριστές αισθήσεις μας. 

Η ιδιότητα αυτή αποκλήθηκε «κοινή λογική» (ή «κοινή αίσθηση») και είναι εκείνο που συνδυάζει τα διαφορετικά μηνύματα των πέντε αισθήσεων. Σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο «κοινή λογική» με έναν μάλλον διαφορετικό τρόπο από ό,τι τότε, δηλαδή για να δηλώσουμε την «καλή και πρακτική κρίση». Ωστόσο, είναι εύκολο να διαπιστώσουμε πως αυτή η εξήγηση πρόβαλλε μέσα από μια προγενέστερή της. Δηλαδή είναι η «κοινή λογική» (σε αμφότερες τις σημασίες της) ότι οι πέντε αισθήσεις μάς πληροφορούν για μια μόνο πραγματικότητα και όχι για πέντε διαφορετικές. Η «κοινή λογική» είναι ο νους, ο βασιλιάς και κύριος των πέντε αισθήσεων. Είναι επίσης ο δημιουργός των σκέψεων διότι γεννά ιδέες, αλλά κατά τη διαδικασία αυτή μπορεί να παραποιήσει τις πληροφορίες των αισθήσεων. Όταν συσχετίζει μεταξύ τους όλα τα δεδομένα που έρχονται σ’ αυτόν, σχηματίζει μια εικόνα για να αντιληφθεί το νόημά τους αλλά η εικόνα μπορεί να μην ανταποκρίνεται ακριβώς, ούτε ακόμη και κατά προσέγγιση στον εξωτερικό κόσμο, τον οποίο και οι ίδιες οι αισθήσεις συλλαμβάνουν ατελώς. Εξ αυτού φαίνεται ότι η πραγματική «κοινή λογική» (στην πιο πρόσφατη χρήση του όρου) είναι ένα από τα πιο ασυνήθιστα πράγματα στον κόσμο. Σχηματίζουμε εικόνες με το νου, σχεδιάζουμε χάρτες, φανταζόμαστε ότι όλα γύρω μας είναι όμοια, και πολύ συχνά κάνουμε λάθος. Νομίζουμε πως γνωρίζουμε τα πράγματα έτσι όπως πραγματικά είναι, αλλά πολύ συχνά λαθεύουμε. Θυμόμαστε με λάθος τρόπο, προεξοφλούμε μελλοντικές καταστάσεις που ποτέ δεν προκύπτουν, συμπεραίνουμε έχοντας ως βάση λίγες ενδείξεις με λάθος λογική, αποδίδουμε στους άλλους χαρακτηριστικά που δεν έχουν. Εν ολίγοις, ο νους γεννά την πλάνη. 

Πρέπει να αναζητήσουμε αυτό τον βασιλιά για να ανακαλύψουμε τη φύση του που, όπως μας εξηγεί η παράγραφος 4, είναι «να καταστρέφει το Αληθινό». Η σανσκριτική λέξη για το «αληθινό» ή «πραγματικό» είναι sat, μετοχή ενεστώτα του σανσκριτικού ρήματος «είμαι». Η βασική ερμηνεία της λέξης αυτής είναι «ον». Σημαίνει επίσης το «υπάρχον», το «αληθινό», το «καλό». Η λέξη satya, «αλήθεια» προέρχεται από το ίδιο ρήμα. Αυτό λοιπόν που υπάρχει πραγματικά είναι καλό και αληθινό. Υπό ποία έννοια επομένως ο νους καταστρέφει το αληθινό, το καλό, το πραγματικό; Συνδυάζοντας – όπως είπαμε – τις πληροφορίες των αισθήσεων σχηματίζει για εμάς μια εικόνα, αλλά κατά τη διαδικασία του σχηματισμού παραποιεί την αλήθεια και υπό αυτή την έννοια γίνεται ο «καταστροφέας». Η καταστροφή είναι μεταφορική διότι βλέπουμε και καταλαβαίνουμε με το νου και αυτός ορίζει όλα όσα γνωρίζουμε. Αποκαλύπτει ορισμένες πλευρές του κόσμου γύρω μας  αλλά ταυτόχρονα αποκρύπτει άλλες πλευρές του, και έτσι έχουμε μόνο μια τμηματική και ανακριβή εικόνα του Πραγματικού. Αν θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι πραγματικό, θα πρέπει να υπερβούμε τους περιορισμούς αυτούς και αυτό σημαίνει μεταφορικά την καταστροφή του καταστροφέα. Δεν εννοούμε βέβαια πως πρέπει να αγνοήσουμε το νου διότι δίχως αυτόν δεν θα είμαστε σοφοί αλλά διανοητικά καθυστερημένοι. Επομένως, καταστροφή δεν σημαίνει να περιορίσουμε εντελώς το νου αλλά να αντισταθμίσουμε το περιορισμένο οπτικό του πεδίο. Εφόσον ο νους καταστρέφει το αληθινό περιορίζοντας την αντίληψη του αληθινού, εμείς καταστρέφουμε τον καταστροφέα περιορίζοντας τους περιορισμούς του. 

Η «Φωνή της Σιγής» είναι κατά κάποιο τρόπο ένα είδος θεοσοφικών yoga sutras, και οι τρεις αυτές παράγραφοι ενισχύουν αυτή την άποψη. Στις yoga sutras  διαβάζουμε (The Science or Yoga – I.K.Taimni) ότι «η yoga αναστέλλει τις τροποποιήσεις του νου». Οι τροποποιήσεις είναι οι συνεχείς διεργασίες του νου μέσω των οποίων ζωγραφίζει μια εικόνα εκείνου που θεωρεί ως πραγματικότητα, αλλά έτσι γίνεται ουσιαστικά ο «μεγάλος καταστροφέας» διότι ζωγραφίζει μια ανακριβή εικόνα. Η «Φωνή της Σιγής» και οι yoga sutras του Παντάζαλι λένε το ίδιο πράγμα με ελαφρά διαφορετικό τρόπο. Αμφότερα μας διδάσκουν να μάθουμε να ελέγχουμε τις νοητικές δραστηριότητες έτσι ώστε να μην μας παραπλανά ο νους και να μην τον ταυτίζουμε με την ουσιαστική μας φύση.

Παράγραφοι 6-13. Αναφέρονται στη φύση των εμπειριών μας από τη στιγμή που θα έχουμε αρχίσει να ελέγχουμε το νου. Ορισμένες από αυτές ίσως να φαίνονται παράδοξες και ανατρεπτικές στην δική μας συνηθισμένη Δυτική αντίληψη.
--«Όταν στον ίδιο του εαυτό η μορφή του θα φαίνεται απατηλή, όπως στο ξύπνημα φαντάζουν οι μορφές οι ιδωμένες στο όνειρο.»
--«Όταν θα έχει πάψει πια να ακούει το πολλαπλό, τότε θα μπορέσει να ξεχωρίσει τον ΜΟΝΑΔΙΚΟ, τον εσωτερικό ήχο που σκοτώνει τον εξωτερικό.»
--«Τότε και μόνο τότε θα αφήσει τη χώρα του asat, την ψεύτικη, για να μπει στο βασίλειο του sat, του αληθινού!»
--«Πριν να μπορέσει η ψυχή να ακούσει, η εικόνα (ο άνθρωπος) θα πρέπει να έχει γίνει κουφή όμοια στις βροντές καθώς και στους ψίθυρους, στις φωνές των βρυχωμένων ελεφάντων, καθώς και στο ασημένιο θρόισμα της χρυσής πυγολαμπίδας.» 
--«Πριν να μπορέσει η ψυχή να καταλάβει και να θυμηθεί, θα πρέπει να έχει ενωθεί με τον Σιωπηλό Ομιλητή, όπως με την ιδέα του τεχνίτη η μορφή που αποτυπώνεται επάνω στον πηλό.»
--«Τότε η ψυχή θα καταλάβει και θα θυμηθεί».
--«Τότε στο εσωτερικό αυτί θα μιλήσει»

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ

Σχόλιο: Μια από τις πρώτες εμπειρίες που βιώνουμε είναι να διακρίνουμε ανάμεσα στο αληθινό και το μη αληθινό (στο sat και το asat). Είναι εκείνο που στο βιβλίο «Στα Πόδια του Διδασκάλου» αποκαλείται διάκριση – διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό, το σωστό και το λάθος, το σημαντικό και το ασήμαντο, το χρήσιμο και το άχρηστο, το αληθινό και το  ψεύτικο, το  εγωιστικό και το μη εγωιστικό. Η λέξη asat προέρχεται από το sat με το πρόθεμα –a κατά τον Ελληνικό τύπο, που δηλώνει την αντίθετη έννοια. Έτσι το αληθινό είναι αυτό που υπάρχει, το υπάρχον, και το μη αληθινό είναι εκείνο που δεν υπάρχει ή δεν έχει ύπαρξη. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Τι είναι πραγματικό, αληθινό; Νομίζουμε πως είμαστε ξυπνητοί αλλά πιθανόν η κατάσταση του ξυπνήματος να είναι στην πραγματικότητα ένα είδος ύπνου του πνεύματος ενώ αφυπνιζόμαστε πραγματικά μόνο όταν ξεφεύγουμε από το όνειρο που λέγεται ζωή. Γι’ αυτό, Βούδας σημαίνει εκείνον που έχει αφυπνιστεί. Μέσα σε όλες αυτές τις παραγράφους εμφανίζεται ένα σύνολο αντιθέτων είτε καθαρά στις ίδιες τις λέξεις τους είτε μεταφορικά: Πραγματικό – μη πραγματικό, ύπνος – ξύπνημα, ένα – πολλά, εσωτερικό – εξωτερικό, αληθινό – ψεύτικο, βλέπω – τυφλώνομαι, αρμονία – δυσαρμονία, πραγματικότητα – πλάνη, ψυχή – εικόνα, βρυχηθμοί – ψίθυροι, θυμάμαι –ξεχνώ, ενωμένος – χωριστός, μορφή – νους, ακούω – κωφεύω , φωνή – σιγή. Ποιος είναι ο σκοπός όλων αυτών των αντιθέτων και με ποιο τρόπο συνδέονται με την έννοια του όντος ή sat; Κινούμαστε από το ένα στο άλλο όταν «καταστρέφουμε τον καταστροφέα» ή υπερβαίνουμε αυτό το διαχωρισμό;


Εκτός από τα παραπάνω ζεύγη των αντιθέτων, οι παράγραφοι 6-13 και κυρίως η 11, εισάγουν την έννοια μιας τριάδας: σώμα, ψυχή και Σιωπηλός Ομιλητής που παρομοιάζονται με πηλό, αγγείο (μορφή)  και ιδέα του τεχνίτη. Αυτή η μεταφορική παρομοίωση παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Πώς συνδέονται όλα αυτά μεταξύ τους; Αναφέρονται επίσης ως εξωτερικό αυτί, εσωτερικό αυτί και Φωνή της Σιγής. Τι αντιπροσωπεύουν αυτά τα τρία; Μόλις η ψυχή ακούσει τη Φωνή της Σιγής, θα «θυμηθεί». Τι θυμάται; Τι είναι αυτό που έχουμε ξεχάσει; Ο Πλάτων μιλούσε για τη λήθη και τη μνήμη λέγοντας ότι όλοι υποφέρουμε από αμνησία και ότι στην πραγματικότητα, μάθηση είναι ενθύμηση εκείνου που έχουμε ξεχάσει. Δηλαδή είναι μια διαδικασία ανάμνησης. Τελικά, τι μας λέει η Φωνή της Σιγής; Ποιο μήνυμα μας παραδίδει; Ας δούμε τι απαντήσεις μας έρχονται γι’ αυτά. Ψάχνοντας αυτές τις απαντήσεις, ίσως καταφέρουμε να ακούσουμε τη Φωνή της Σιγής.

Παράγραφοι 14- τέλος. Εδώ μας δίδεται μια απάντηση στην ερώτηση ως προς το μήνυμα της Φωνής της Σιγής. Για να καταλάβουμε ποιοι είμαστε, αρχίζει να μας αποκαλύπτει τι δεν είμαστε. Για τις παραγράφους 14-16, η Έλενα Π. Μπλαβάτσκυ παραθέτει σημειώσεις που ξεκαθαρίζουν τις ιδέες που περιλαμβάνονται σ’ αυτές, και τις οποίες θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα. Η πρώτη σημείωση (αρ. 4) είναι εξαιρετικά σημαντική αλλά περιέχει ορισμένους όρους που χρειάζονται εξήγηση. Chela είναι μια σανσκριτική λέξη για τον «υπηρέτη, τον μαθητή» και στα αγγλικά συχνά μεταφράζεται ως «μαθητής ενός Διδασκάλου». Η λέξη lanou (ή lanoo) σημαίνει το ίδιο στη βουδιστική παράδοση. Ο Avalokitesvara είναι ο Bodhisattva της Συμπόνιας, η ενσωμάτωση του ελέους και της πρόνοιας για την ευημερία όλων των ζώντων όντων. Το Adi-budha  είναι το πρωταρχικό budha από το οποίο προβάλλουν όλα τα άλλα. Adi  σημαίνει «πρώτο», «πρωταρχικό». Το Atman είναι η ουσία του παντός που διαπερνά ολόκληρη την ύπαρξη αλλά προηγείται όλων. Είναι η υπέρτατη πραγματικότητα. Ο «Χριστός» δεν είναι το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού αλλά το θείο πνεύμα εντός ημών, ο Χριστός εντός ημών όπως ανέφερε ο Απόστολος Παύλος (που ήταν επηρεασμένος από τους Γνωστικούς) Το εξαιρετικά σημαντικό σε αυτή τη σημείωση είναι ότι εδώ, ο «Διδάσκαλος» είναι μια εσωτερική πραγματικότητα και όχι κάτι εξωτερικό. Είναι η δική μας εσώτατη φύση και όχι κάποιο άλλο άτομο. 

Στη σημείωση αρ. 5, ο όρος «ψυχή» χρησιμοποιείται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Η «ζωώδης ψυχή» μας είναι συνείδηση κοινού τύπου ανάμεσα σε εμάς και τα αδέλφια μας τα ζώα. Η «πνευματική ψυχή» είναι ένας τύπος συνείδησης ατελώς ανεπτυγμένης στους περισσότερους σημερινούς ανθρώπους, ενώ σε μερικούς πιθανόν να μην έχει αναπτυχθεί καθόλου. Είναι ένα είδος εγρήγορσης που μερικές φορές αποκαλείται «κοσμική συνείδηση». Η «ανθρώπινη ψυχή» μας είναι εκείνο που ξεχωρίζει το ανθρώπινο βασίλειο από τα άλλα, και είναι μια αρχή μέσω της οποίας ζητούμε να κατανοήσουμε το σύμπαν που μας περιβάλλει και κυρίως τους εαυτούς μας. Είναι η αρχή μέσω της οποίας ζητάμε να αποκαλύψουμε ποιοι είμαστε – πράγμα που αποτελεί το κυρίαρχο ζητούμενο αυτών των παραγράφων της «Φωνής της Σιγής». Η σημείωση αρ. 6 αναφέρει το σανσκριτικό όρο Mahamaya που συνήθως μεταφράζεται «Μεγάλη Πλάνη». 

Ο όρος Maha (που συνδέεται με το λατινικό magna) σημαίνει μεγάλη (όπως στη λέξη Mahatma=Μεγάλη Ψυχή και Μahabharata=Μεγάλα γεγονότα που αφορούν τους απογόνους του Bharata). Η λέξη maya προέρχεται από τη ρίζα ma=μετρώ, οικοδομώ. Η ερμηνεία «πλάνη» είναι μάλλον παραπλανητική γι’ αυτή τη λέξη διότι δεν σχετίζεται ορθά μαζί της. Ο όρος Maya σημαίνει τη μαγική δύναμη της δημιουργίας μορφών. Είναι η δύναμη που κάνει τα πράγματα να φαίνονται διαφορετικά από ό,τι είναι και κυρίως είναι η δύναμη που κάνει το Ένα να εμφανίζεται ως πολλά. Ο Radhakrishnan την αποκάλεσε «αρχή η οποία ευθύνεται για το φαινομενικό περιορισμό του απεριόριστου Απόλυτου». Το αντικειμενικό σύμπαν φαίνεται να είναι γεμάτο από πληθώρα διαφορετικών πραγμάτων που οι Κινέζοι ονομάζουν «δέκα χιλιάδες πράγματα». Αλλά στην πραγματικότητα, ολόκληρο το σύμπαν αποτελεί μια έκφραση της μίας Πραγματικότητας. Η μεγάλη μαγική δύναμη που κάνει τα πράγματα να φαίνονται διαφορετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα, εμφανίζει το σύμπαν έτσι όπως εμείς το βλέπουμε. Στη σημείωση αρ. 7, αναφέρεται η «πλάνη της προσωπικότητας». Η προσωπικότητα σίγουρα είναι αρκετά πραγματική, ή τουλάχιστον είναι τόσο πραγματική όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο της Μεγάλης Πλάνης. Πλάνη ή παραίσθηση είναι η σκέψη πως εμείς είμαστε αυτή η προσωπικότητα. 

Οι τρεις παράγραφοι (14-16) μας αποδεικνύουν ότι δεν είμαστε η προσωπικότητα, και αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά προτού ανακαλύψουμε ποιοι τελικά είμαστε. Η παράγραφος 14 μας πληροφορεί ότι δεν είμαστε το φυσικό σώμα που αποτελεί την έδρα της προσωπικότητας, που είναι ένα μίγμα «ζωώδους» και «ανθρώπινης» ψυχής. Η παράγραφος 15 μας λέει ότι δεν αποτελούμε μια ξεχωριστή μονάδα μέσα στον κόσμο, δηλαδή δεν είμαστε κάτι που δημιουργείται από τις εμπειρίες του περιβάλλοντος κόσμου, ενώ η επόμενη (παράγρ. 16) μας εξηγεί ότι δεν είμαστε η εικόνα που σχηματίζει ο νους μας για τον εαυτό μας και που στη συνέχεια την προβάλλουμε στο περιβάλλον μας. Όλα αυτά είναι μια παραίσθηση, μια ψευδαίσθηση ή πλάνη, είναι το μαγικό παιχνίδι της mahamaya. Ποιοι πραγματικά είμαστε, αποκαλύπτεται διεξοδικά στις επόμενες παραγράφους του βιβλίου της «Φωνής της Σιγής».

 

(Από το περιοδικό Theosophist, Νοέμβριος 2006)